Βαρδιάνος στα σπόρκα

Κεφάλαιο ΙΘ’

   Δεν είχον παραλείψει να συμβουλευθώσι τον ιατρόν Βίλελμ Βουντ οι πρωταίτιοι του κινήματος τούτου. Αλλά τον είχον συμβουλευθή όχι με πεποίθησιν, αλλ’ απλώς διά τον τύπον, και διά να δύνανται να λέγωσιν αργότερα, κατά την παιδαριώδη απολογητικήν μέθοδον του ψευδομανούς όχλου, «ερωτήσαμε και το γιατρό». Ο κ. Βουντ, ως ήτο επόμενον, τους απέτρεψεν αυστηρώς να μη τολμήσωσι και το κάμωσι, και υπεσχέθη να προσπαθήση παντί σθένει όπως γίνη τακτικώτερος εις το μέλλον ο επισιτισμός και η άλλη υπηρεσία εις τον τόπον των καθάρσεων. Αυτός και έως τότε δεν έπαυσε να φροντίζει και να γίνεται κακός με όλας τας αρχάς της νήσου, κατακραυγάζων και ελέγχων τα κακώς γινόμενα, αλλ’ έπταιεν η κακή διοίκησις.
   Οι αυτουργοί του κινήματος ήσαν είκοσιν ή τριάκοντα άνθρωποι εκ των πρώτων ελθόντων εις την καραντίναν. Ούτοι είχον διατρίψει ήδη τρεις εβδομάδας εις το έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον. Υπήρχον πράγματι πολλά και αφόρητα δεινά. Η κακή κατασκευή των παραπηγμάτων, η βραδύτης, η ακρίβεια, και η κακή ποιότης των τροφίμων, ο φόβος, ο συνωστισμός και η πνιγμονή, η αισχροκέρδεια των καπήλων και μικρεμπόρων, όλα αυτά ομού, και εις επίμετρον τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου, τα οποία είχον αρχίσει ραγδαία, και τα πρώτα ψύχη του πνεύσαντος ευθύς ύστερον πρώτου βορρά. Το πλήθος των καθοριζομένων έπασχεν, εστέναζε και επνίγετο. Όχι ολίγους είχε θερίσει ήδη ο Χάρος, τη βοηθεία της νόσου, του φόβου, των στερήσεων, της κακοπαθείας, και άλλων θανασίμων επικούρων.
   Εις την πρώτην τριακοντάδα των συνωμοτών προσετέθησαν άλλοι τόσοι και πλείονες, οίτινες έλεγον ότι είχον συμπληρώσει είκοσι και μίαν ημέρας καθάρσεως, αλλά πραγματικώς δεν είχον περισσοτέρας των δεκαέξ ή δεκαοκτώ ημερών. Είτα και άλλοι ακόμη οίτινες περιφανώς ευρίσκοντο εκεί μόνον από δύο εβδομάδων. Αποχρώσα επιτήρησις δεν υπήρχεν, οι γέροντες και αμελείς απόμαχοι φύλακες έπασχον την όρασιν ή έκλειον τα όμματα, και κρυφά και φανερά επήρχοντο συγκοινωνία μεταξύ των διαφόρων βαθμών των καθαριζομένων.
   Όλοι ομού εζητούσαν να πάρουν πράτιγο, εζητούσαν να μετατεθώσιν εις τα κάτω λαζαρέτα, εζητούσαν να τους δίδωνται ευθηνά ή και δωρεάν τα τρόφιμα, δεν ήξευραν τι εζητούσαν. Μετά την αποτροπήν του ιατρού, ησθάνθησαν παροδικήν αποθάρρυνσιν, και το σχέδιόν των τους εφάνη άωρον ακόμη, όθεν εκοιμήθησαν ήσυχα επί μίαν νύκτα.
    Είτα την άλλην εσπέραν τους εφάνη ότι ωρίμασεν αιφνιδίως, και επειδή συνέβη ενωρίς να ίδωσι την βασιλικήν ημιολίαν, ήτις εστάθμευεν εκεί, ν’ αποπλεύσει έξω του λιμένος, ένεκα ακουσθείσης φήμης τινός περί πειρατείας και ναυταπάτης εις τας βορείους ερημονήσους, είπον προς εαυτούς ότι τώρα ήτο καιρός. Την ιδίαν εσπέραν, οι συνωμόται έλαβον εννέα ή δέκα λέμβους, επέβησαν επ’ αυτών άνδρες περί τους εκατόν είκοσιν, επλατάγισαν μετά θορύβου τας κώπας πλήττοντες διά κραυγών τας ηχούς, έπλευσαν ανοικτά προς δυσμάς, διά να είναι εκτός βολής από των όπλων του στρατιωτικού αποσπάσματος του σταθμεύοντος παρά τον Άγιον Φλώρον και είτα έβαλαν πλώρην εις τις Πλάκες, κατά το απόκεντρον δυτικόν μέρος της πόλεως.
   Οφείλομεν χάριν της ακριβείας να προσθέσωμεν ότι η αρμοδία αρχή είχε προκηρύξει απ’ αρχής ότι μετά τρεις εβδομάδας ακριβώς, ήτοι 21 ημέρας, θα ετύγχανον οι άνθρωποι ελευθέρας κοινωνίας, αλλ’ όταν συνεπληρώθη διά τους πρώτους ελθόντας ο αριθμός ούτος των ημερών, εδίσταζε να εκδώση την περί ελευθέρας κοινωνίας διαταγήν, και εσκέπτετο αν έπρεπε να μετατοπίση τούτους εις τα κάτω λαζαρέτα. Φαίνεται δε ότι ωφελούμενοι εκ της ανακολουθίας ταύτης και της βραδύτητος οι τολμηρότεροι εκ των μελετησάντων το προς απόβασιν κίνημα, έπεισαν άλλους ευπίστους μεταξύ του πλήθους ότι το υγειονομείον είχεν εκδώσει ήδη τοιαύτην διαταγήν, και ότι η κοινοποίησις ταύτης παρανόμως ανεβάλλετο. Με την σφαλεράν ταύτην πίστιν ηκολούθησαν τους πρωτουργούς οι πλείστοι των επιβάντων εις τας λέμβους.
   Την επιούσαν πρωί, όταν η θεια-Σκεύω ηρώτα τον ιατρόν Βουντ να μάθη το αίτιον της νυκτερινής ταραχής, ούτος εγνώριζεν ήδη και το αποτέλεσμα.
   - Φτηνά το γλυτώσανε, να πάρει ντιάολο! απήντησεν ο κ. Βουντ. Πήγκανε στη
γκειτονιά σου, στες Πλάκες, κάτω από το βράχο για να πατήσουν ποντάρι έξω…
   -Αλήθεια! Παναγία μου! ύστερα γιατρέ;
   - Οι άλλοι χοντροκέφαλοι, οι ντικοί σας, ήτελαν να τους τουφεκίσουν.
   -Χριστός και Παναγία! τι λες, γιατρέ;
  - Ύστερα, κάποιος ντικός σας Καραγκιώργκος, εγκύρευε να τους μονοιάση, κι είπε να φέρη βάρκες φορτωμένες καρβέλια ψωμί να τους μοιράση να φάνε.
  -Αλήθεια; Καλά είπε. Και γιατί δεν τα ’φερε;
  - Ύστερα, πετάχτηκε ένας απ’ αυτούς εντώ, και του λέει: «Εμείς ντεν είμαστε
ζητιάνοι, να μας ντώσης ψυχικό του λόγγου σου».
  - Αστοχιά στο λόγο του!
    - Τότε οι ντικοί σας αγκρίεψαν περισσότερο, γιατί τους εφάνη πως ήτελαν να ξεμπαρκάρουν στανικώς, και το είχαν σίγκουρα πως θα τους έφερναν τη χολέρα…
    -  Θεός να φυλάει!
    -Τότε άρχισαν να πέφτουν οι πέτρες βροχή απάνω στις μπάρκες και στα
κεφάλια των αντρώπων…
    - Κύριε σώσον!
    - Ανάμεσα εις τη βροχή των πετρών έπεσαν και καμπόσες τουφεκιές…
    - Τρομάρα! κι εσκοτώθηκε κανένας;
    - Φτηνά την εγκλύτωσαν, το ντιάολο! Μόνον ντυο-τρεις τουφεκιές έπεσαν…
    - Και δεν έπαθε κανένας; Δόξα σοι ο Θεός!.
    - Στην πρώτη τουφεκιά, η μπάλα εσφύριξε κι έσβησε παφ! στη θάλασσα, κι
επήγε στο πάτο.
    - Καλλίτερα… Να μη κακοπάθη κανένας χριστιανός.
    - Η δεύτερη τουφεκιά ήτο χωρίς μπάλα!
    - Καλλίτερα!
    - Η τρίτη… Δεν επήρε, μου φαίνεται, φωτιά το ντουφέκι…
    - Άμποτε! Να γλυτώνη ο Θεός τον κοσμάκη από κακιά ώρα.
   Ο ιατρός εξηκολούθησεν ακόμη να διηγήται, και όταν έφθασαν εις το μέρος τούτο του λόγου εκάγχασε θορυβωδώς, ότι και αι γυναίκες έλαβον μέρος εις την μάχην, και ότι διέπρεψαν εις την υπόθεσιν ταύτην η Βγένα η Αλαφίνα και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα και η Πεπερού και άλλαι. Τέλος, φθάσας ο δήμαρχος, κατώρθωσε διά μειλιχίου τρόπου να ειρηνεύση τους ανθρώπους, και ν’ αποπέμψη τας λέμβους με υποσχέσεις ταχείας ελευθέρας κοινωνίας και βελτιώσεως εν γένει των πραγμάτων.
   Είτα ο κ.Βουντ ήναψε το τσιμπούκι του, ερρόφησε τον καφέν του, εκάπνιζε μακράς εισπνοάς, και έβγαζεν ατελευτήτους έλικας καπνού από το στόμα.
    - Τώρα ήρταν εδώ, οι μπάρκες, το ντιάολο! επανέλαβε. Ταρρώ πως τα τους ντώσουν πράτιγο σήμερα αυτούς που έχουν εικοσιμία μέρες.
    - Αλήθεια; κι εμείς;
    -  Του λόγγου σου τέλις ακόμα ντύο μέρες. Εγγώ, αν ήτελες, έπαιρνα πράτιγκο
από προκτές, μα τα κατίσω να ιντώ τι ντιάολο τ’ απογαίνη… Μεταύριο ίσως πάρωμεν πράτιγκο μαζί.
   - Πολλή ζωίτσα να ’χεις, γιατρέ.
 
   Την επαύριον έδωκε την άδειαν ο ιατρός να εξέλθη ο υιός της Σκεύως, όστις είχε δυναμώσει αρκετά. Την τρίτην ημέραν, αυτός και η μήτηρ του ανέβησαν εις τον λόφον, διά ν’ αποχαιρετίσωσι τον πάτερ Νικόδημον, καθόσον ητοιμάζοντο να τύχωσιν ελευθέρας κοινωνίας, ή να μετατεθώσιν εις τα κάτω λαζαρέτα. Δεν ήτο βέβαιον ακόμη τι είχεν αποφασισθή τελειωτικώς. Υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις πυκνούς θάμνους και ανακεκλιμένος επί στρώματος από πτέρυγας, εκάθητο δροσιζόμενος ο πάτερ Νικόδημος. Το μέτωπόν του ήτο κάθιδρον, εφόρει παλαιόν ξεθωριασμένον ζωστικόν με δερματίνην ζώνην και χωρίς ράσον, και εις τη ζώνην είχε περασμένον το κλαδευτήρι του. Επειδή δεν του είχαν μείνει πλέον αρκεταί αίγες ώστε ν’ απαιτή ικανήν εργασίαν η βόσκησις και το άρμεγμα αυτών, εύρισκε δουλειάν καθαρίζων μέρος του ορμανίου και θηλιάζων αγριελαίας διά να κάμει ελαιώνα και αγρόν.
   Ήτο δεκάτη ώρα της πρωίας. Ο ήλιος υψούτο εις το στερέωμα, και η θερμότης ηύξανεν, αλλ’ ανάμεσα εις τους πρασίνους θάμνους ήτο δρόσος και ευωδία, και το φθινόπωρον, δευτέρα άνοιξις, ήρχισε να στολίζει με λευκά ανθύλλια τους τάπητας της χλόης, παρά τας ρίζας των σχοίνων.
   Άμα είδεν ο Νικόδημος την Σκεύω και τον υιόν της, εσηκώθη να τους υποδεχθή. Με δύο παλαιά ράσα του, με μίαν βελέντζαν και με μίαν κάπαν εσχημάτισε πρόσκαιρον σκηνήν, προσδέσας τα άκρα των οθονών εις τους χθαμαλωτέρους κλώνας του πεύκου, και υποστρώσας τρίτον ράσον επί του εδάφους, έβαλε τον εν αναρρώσει ασθενή να καθίσει, διά να μη τον βλάψει η δρόσος και υγρασία των δένδρων. Είτα καλέσας τον Αγκόρτζαν, τον διέταξε να σφάξει το μόνον κατσικάκι, το οποίον τους είχε μείνει, διά να φιλεύσουν τους επισκέπτας.
   Ο Αγκόρτζας δεν δυσηρεστήθη πολύ. Αφού τόσα και τόσα ερίφια του τα είχαν φάγει άνθρωποι άγνωστοι και ξένοι, παρήγορον θα ήτο να ξεκοκκαλίση και αυτός έν καλοψημένον και ροδοκοκκινισμένον μηρίον από τους ιδρώτας του, από το έργον των χειρών του.
   Μετ’ ολίγον ήλθε και ο ιατρός κ. Βίλελμ Βουντ! Έφθασεν ακριβώς την ώραν που ήτο έτοιμον το κοκορέτσι. Διότι ο Αγκόρτζας εις ολίγα λεπτά της ώρας είχε θυσιάσει το μικρόν ερίφιον, το είχε γδάρει και ξεκοιλιάσει, το είχε περάσει εις την σούβλαν και είχεν ανάψει πυρ.
   Όταν εκομίσθη η σούβλα με το κοκορέτσι, ο ιατρός έβγαλεν από την τσέπην του παγούριον με ρούμι και έδωκεν εις τον πάτερ Νικόδημον να ευλογήση, έπιε και αυτός, κατέπιε μικράν δόσιν και η Σκεύω και ο υιός της, και το υπόλοιπον εδόθη εις τον Αγκόρτζαν.
   -Τα μας παίξης την γκάιντα σήμερα, είπεν ο ιατρός· γι’ αυτό ήρτα.
   Ο Αγκόρτζας έκρυπτεν επιμόνως το πρόσωπόν του όπισθεν του πλατέος κορμού του πεύκου, και εσυστέλλετο να ομιλήση. Ο πάτερ Νικόδημος απήντησεν αντ’ αυτού ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται κατά παραγγελίαν, και ότι πρέπει να έχει κανείς κέφι.
   Ευθύς ύστερον παρετέθη χαμαί επί στρώματος από φτέρες το ψητόν ερίφιον. Ο μοναχός, ο ιατρός και η Σκεύω μετά του υιού της εκάθηντο παρά την ρίζαν του πεύκου έμπροσθεν της προχείρου σκηνής, την οποίαν είχε κατασκευάσει ο Νικόδημος. Ο Αγκόρτζας εκάθητο κρύπτων την κεφαλήν του όπισθεν του κορμού, και ήτο ορατόν μόνον το έν γόνυ του και η κνήμη του και ο έτερος των ώμων και η πλευρά του. Μετά την τρίτην γύραν της φλάσκας, αφού εδόθη εντός μεγάλου φλασκίου το τρίτον του περιεχομένου της εις τον Αγκόρτζαν, ούτος έκαμε τέλος κέφι, και απεφάσισε να ομιλήση εις τον ιατρόν, κρυπτόμενος πάντοτε όπισθεν του κορμού του πεύκου.
   -Του χατήρ’ σ’ είναι μεγάλου, απ’ μ’ ουρίζεις, γιατρέ… Τώρα θα πάου κάτου
στου μαντρί, κι θα μ’ ακούσεις…
   Εσηκώθη, επήδησεν ως αγρίμιον από κλάδου εις κλάδον, και μετ’ ολίγα πηδήματα ευρέθη εις απόστασιν πολλών βημάτων, εις το χαμηλότερον υπήνεμον μέρος, όπισθεν των υψηλών θάμνων όπου ήτο η μάνδρα.
   Μετ’ ολίγας στιγμάς ηκούσθησαν σπαρακτικοί οι τραχείς φθόγγοι της γκάιδας πλήττοντες τας ειρηνικάς ηχούς, βωβαίνοντες το μελωδικόν σύριγμα της αύρας, της φυσώσης τους κλώνας του μεγάλου πεύκου.
   - Ακούς, γιατρέ; είπεν ο Νικόδημος.
   - Τ’ ακούω, το ντιάολο! και συ ταρούσες πως τ’ αργήση το Αγκόρτζα να κάμη
κέφι… Έτσι μ’ αρέσουν εμένα οι άντρωποι να είναι εύτυμοι.
   Ήναψε το τσιμπούκι του, και εκβάλλων μεγάλας τολύπας καπνού ανεκλίθη επί του όχθου προς τον κορμόν του δένδρου, πλαταγίζων τα χείλη, ακούων τους ήχους του αρχετύπου οργάνου, μειδιών, βλέπων επάνω και ρεμβάζων προς το βαθυπράσινον και ψιθυρίζον υπό της αύρας φύλλωμα του πεύκου.
   Την ιδίαν στιγμήν, παρατεταμένος μιαουρισμός ηκούσθη όπισθεν των θάμνων. Ο Νικόδημος ανεγνώρισε την φωνήν, εστράφη ζωηρώς και είδε την γάτταν του, μαύρην και παχείαν από τους αρουραίους μυς τους οποίους εθήρευε πολυπληθείς καθ’ εκάστην.
   - Μπαμπή! Μπαμπή! έκραξεν ο Νικόδημος· έλα δω! ψι!, ψι!, ψι.
   - Τι; την ηύρες, βλέπω την γάτα σου, καθώς ήρθες εδώ απάνου στο βουνάκι,
γερο-Νικόδημε; είπεν η Σκεύω.
   - Πρώτη φορά, βλοημένη, είναι… Τώρα μου έρχεται, είπεν ο Νικόδημος.
   Η Μπαμπή επλησίασε τρέχουσα, ρίπτουσα δύσπιστα βλέμματα εις τους ξένους, και διευθυνομένη προς τον κύριόν της. Ο Νικόδημος της έρριψεν άφθονα κόκκαλα μετά κρέατος, και η Μπαμπή ώρμησε, τα ήρπασε και απεμακρύνθη ολίγα βήματα.
   - Βαρέθηκε η καημένη να τρώγη όλο αγρομερινό κυνήγι, είπεν ο Νικόδημος,
και σαν της εμύρισε που ψήσαμε το κατσίκι, ήρθε να πάρη το μερτικό της.
   Εις την παρατήρησιν του μοναχού απήντησεν η φωνή του παραγυιού του, όστις είχε διακόψει προς στιγμήν το μέλος του, και είχεν αντιληφθή το τι συνέβη.
   - Δεν είναι τόσου για το κατσίκι, πάτερ Νικόδημε! έκραξεν ο Αγκόρτζας·
μυρίστηκε, πως φεύγ’ η ξενούρα και πως θα μείνουμε μοναχοί μας, κι ήρθε κι αυτήνη να μας βρη για να μας κάμ’ συντροφιά.
    Την επιούσαν απήλθον εκ της μικράς νήσου ο ιατρός Βίλελμ Βουντ, η Σκεύω και ο υιός της. Μετά μίαν εβδομάδα τα τελευταία καθαρισθέντα πλοία απέπλευσαν εκ της νήσου, και ο πάτερ Νικόδημος επανεύρε την προσφιλή μοναξίαν του.