Σερενάτα

Ξύπνησε, περδικόστηθη
και περιστερομάτα,
τ’ αστέρια -ανάθεμά τα-
τα κρύβει η συννεφιά.
Κρέμασε στο παράθυρο
τη μεταξένια σκάλα,
δέσε την στα μεγάλα
και στ’ αργυρά καρφιά.

Το λάφι σου ονειρεύεται
και τ' άσπρο σου γεράκι·
παίζει με τ’ αγεράκι
στο ρέμα η καλαμιά.
Στον πύργο αποκοιμήθηκαν
οι σκλάβες σου κι οι σκλάβοι,
δεν θα με καταλάβη
κανένας και καμιά.

Ρίξε τη μεταξόσκαλα
να ’ρθω στην αγκαλιά σου,
μες στη μοσχοβολιά σου,
κρίνε καμαρωτέ.
Να ’ρθω να γείρω ολόχαρος
στη μαλακή σου στρώση,
αχ! κι ας μην ξημερώση
ποτέ, ποτέ, ποτέ!