Η Ντελησυφέρω

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Η Ντελησυφέρω πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1904 στην αθηναϊκή εφημερίδα Μεταρρύθμισις. Ο τίτλος του διηγήματος είναι φτιαγμένος από τον Παπαδιαμάντη για να δώσει τον χαρακτήρα της αντρογυναίκας που ήταν νταίδισσσα και καβγατζού, χωρίς να λογαριάζει ή να φοβάται τίποτα.

    Πώς εβιάσθη κι εσήμαινε τόσον ενωρίς, ο παπα-Mανόλης ο Σιρέτης, την ακολουθίαν των Χριστουγέννων; 'Η ύπνον δεν θα είχε, ή τ' ωρολόγι του είχε σταματήσει, ή το ξυπνητήρι του τον εγέλασε. Άλλες χρονιές η καμπάνα εβαρούσε τέσσερες ώρες να φέξη, τώρα εχτύπησε βαθιά τα μεσάνυχτα. Κι η θεια-Μαριώ η Χρήσταινα, η κοινώς λεγομένη Ντελησυφέρω, μόλις είχε κλείσει τ’ όμμα εις ελαφρόν ύπνον, καί αμέσως την εξύπνησε των κωδώνων η χαρμόσυνος κλαγγή. Κι αυτή οπού τις άλλες χρονιές ήτον επί ποδός μίαν ώραν αρχήτερα, πριν σημάνη, στολισμένη κι έτοιμη, δια να πάη με την ώραν της να πιάση και το στασίδι της, εις το διαμέρισμα των ηλικιωμένων γυναικών -το οποίον ευρίσκετο χωριστά από τον ανώγειον γυναικωνίτην, εις το επίπεδον του ναού, κατά την βορειοδυτικήν γωνίαν-, τώρα μόλις θα πρόφθανε να ενδυθή και να ετοιμασθή και θα έτρεχε με βίαν, μήπως προλάβη καμμία άλλη, από εκείνας που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν δύο φορές τον χρόνον, δια να δείξουν τα στολίδία τους, και της πάρη με αδιακρισίαν το στασίδι της.
    Εσηκώθη, ενδύθη κι εστολίσθη, κι εφόρεσε την μακράν μεταξωτήν μανδήλαν της· εσήκωσε τον μικρόν εγγονόν της, τον ένιψε, τον εστόλισε, άφησε την νύμφην της, την χήραν, να κοιμάται μαζί με το μικρόν κοράσιόν της, άναψε το φαναράκι της κι εξήλθε, συνοδευομένη από τον εγγονόν της. Κι είχε δίκαιον να ανησυχή δια το στασίδι, διότι οι περισσότερες, οι τωρινές, είναι βιλάνες, ξούρες-μαρούσες, αναφάνταλες, αστάνευτες. Δεν ξέρει καθεμιά την αράδα της. Αυτή, δια να ξέρη καλά την δική της και να προσπαθή με πάντα τρόπον να την φυλάξη, της έβγαλαν κι αυτό το παρεγκώμι, και την είπαν Ντελησυφέρω. Οι τωρινές, ενόμιζαν τάχα πως ήτον «ντελήδισα για το συμφέρο της» και δεν ενθυμούντο πλέον τα παραμύθια της κυρούλας τους· «Κίνησ' ο βασιλιάς να πάη στο σεφέρι», οπού θα πη εκστρατεία, πόλεμος.
     Και τω όντι, με το ν’ αγαπά τον πόλεμον η θεια-Μαριώ η Χρήσταινα, απεδεικνύετο, χωρίς να το ηξεύρη συμφωνοτάτη με τον παλαιόν, όστις είπε· «Πόλεμος πάντων πατήρ». Πόλεμον εις όλην την γυναικείαν σφαίράν της, πόλεμον καί εις την δικαιοδοσίαν την ανδρικήν ακόμη, όπου εχρειάσθη να έχη μέγα φρόνημα και θάρρος η Χρήσταινα, χηρεύουσα νέα, αναγκασμένη να είναι και πατέρας και μάννα δια τα ορφανά της. Έπειτα, όταν ο υιός της απέθανε και της άφησε δευτέραν ορφάνια, και πάππος και μάμμη δια τα εγγόνια της. Πόλεμον εις την οικίαν δια να επιβάλλη την πειθαρχίαν εις τα τέκνα της ή εις την νύμφην της, ή εις τα τέκνα των τέκνων της, πόλεμον εις την αυλήν και εις τον δρόμον δια να σωφρονίση την γειτόνισσαν ήτις την ενωχλούσε· πόλεμον εις τον φούρνον δια τα ψωμιά, πόλεμον εις τον ελαιώνα, με τους κακούς γείτονας· πόλεμον εις την αγοράν με τους αισχροκερδείς καπήλους και τοκογλύφους, πόλεμον εις τα δημόσια γραφεία και τ' αρχεία με τους καταπιεστάς υπαλλήλους και εισπράκτορας· πόλεμον εις την εκκλησίαν δια το στασίδι και δια την «αράδα της».
    Ητον υψηλή, ισχνή, μελαψή και ρωμαλέα. Άνδρας εις την ζωήν της θα είχε δείρει, κατά καιρούς, πέντε ή εξ· ένα πλεονέκτην γείτονα εις τα κτήματά της, ένα μικρέμπορον οπού της «επανώγραφε» τα ολίγα βερεσέδια της, ένα νέον χωροφύλακα, κι ένα εισπράκτορα του δημοσίου, οπού της εζήτει, καθώς ισχυρίζετο αυτή, δύο φορές τον ίδιον φόρον. Γυναίκες είχε δείρει παραπολλάς εις τον φούρνον και εις ένα αυλόγυρον, όπου άπλωναν τα πλυμένα ρούχα, και εις την εξοχήν, κι αλλού, και μίαν εις την εκκλησίαν. 
    Ευτυχώς, αυτήν την φοράν, εκείνη ήτις είχε τολμήσει να της πάρη το στασίδι της -πρέπει να ήτον πολύ άπειρος, διότι άλλως δεν θα ετόλμα να τα βάλη με την Ντελησυφέρω- ίσως διότι το έκαμεν εξ αγνοίας, εφάνη λίαν ενδοτική· άμα είδε την γραίαν, με την μακράν μεταξωτήν μανδήλαν, και το βλοσυρόν βλέμμα, να επέρχεται, ως θύελλα, κατ' ευθείαν προς αυτήν (μία γείτων κάτι της εψιθύρισεν εις το ωτίον), εξήλθε και παρεχώρησε την θέσιν.
    - Έλα, θεια-Μαργώ, είπεν· εγώ δεν τόξευρα, πλιό, πως ήτον δικό σου το στασίδι.
    Και το επεισόδιον έληξε μετ' ολίγους ψιθυρισμούς. Δεν συνέβη, την χρονιάν εκείνην, ούτε δάρσιμον, ούτε μαλλιοτράβηγμα εις το διαμέρισμα των γηραιών γυναικών .

    Eις την αντικρυνήν, την νοτιοδυτικήν γωνίαν του ναού, εφαίνοντο μερικά πρόσωπα ανδρών να μειδιούν, και άλλοι να μορφάζουν. Κάτι άλλο συνέβαινε.
    Δύο παράξενοι γέροι, ο Νταραδήμος  και ο καπετάν Γιώργος ο Κονόμος, είχον την μανίαν, ο μεν πρώτος ν' απαγγέλλη, με φωνήν αρκούντως ακουστήν, πριν να τα είπη ακόμη ο παπάς ή ο ψάλτης ή ο διαβαστής, πότε ως να εβοήθει τον ψάλτην μακρόθεν, όλα τα μέρη της ακολουθίας, τροπάρια, ψαλμούς, αιτήσεις εκφωνήσεως· ο δε δεύτερος να δεικνύη, ότι δεν ανέχεται την μανiαν αυτήν και να την σκώπτη και να την χλευάζη. Ο Νταραδήμος, εις το γωνιαίον ακριβώς στασίδι έλεγεν ως να ήτο uποβολεύς·
    - «Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω· εδίψησέ σε η ψυχή μου». 
   Και ο προεστώς του χορού, εις το γιουδέκι άνωθεν του δεσποτικού, επανελάμβανεν·
    - «Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω».
   Και ο Κονόμος όστις ευρίσκετο δύο ή τρία στασίδια παρε μπρός, στρεφόμενος προς τους περί αυτόν·
   - Τ' ακούτε, χριστιανοί;... τ' ακούσατε; και δεν ξέραμε να τον παίρναμε αποβραδύς στα σπίτια μας, να μας τα πη όλα!... θα γλυτώναμε απ' τον κόπο  ναρθούμε στην εκκλησιά.
   Και οι χριστιανοί μετά δυσκολίας έπνιγον τους γέλωτας.
   Είτα πάλιν, όταν ο ψάλτης ήρχισε·
   - «Δεύτε ίδωμεν πιστοί, πού εγεννήθη ο Xριστός...»
   Ο Νταραδήμος συνέψαλλε μαζί του, και ο γερο-Κονόμος·
    - Τον ακούτε, βρε παιδιά... ανόητοι που παν’ και κοπιάζουν για να μάθουν ψαλτικά... δεν τον παίρνουν δάσκαλο, να τους μάθη τζάμπα!
    Και οι παρεστώτες ακουσίως εμειδίων.
    Ακολούθως, μίαν στιγμήν πριν ο παπα-Mανολιός να εκφωνήση· «Συ γαρ ει ο Bασιλεύς της ειρήνης...», ο Νταραδήμος απήγγελλε: «Συ γαρ ει ο Bασιλεύς...»
    Και ο γερο-Κονόμος·
     - Τ' ακούσατε, χριστιανοί; δυο λειτουργίες κάνουμε τώρα... Πάνε και σκοτίζονται και πληρώνουν για να γίνουν παπάδες... δεν βάζουν τον Νταραδήμο, που είναι ο ίδιος και παπάς και διάκος και ψάλτης.

    Μετά πέντε λεπτά κάποιος μικρός συγκλονισμός εφάνη εντός του χορού, μεταξύ του κύκλου ολίγων μαγκών και μαθητών του Ελληνικού σχολείου, οίτινες περιεβόμβουν τα αναλόγια. Επρόκειτο να κανοναρχήσουν τας «προαιρέσεις». Τον ειρμόν της θ΄ ωδής, όστις τελειώνει εις τας λέξεις «όση πέφυκεν η προαίρεσις, δίδου», άδηλον αν ο κυρ Αναγνώστης της Ευγενίτσας ή ο μπαρμπα Αναγνώστης ο Παρθένης ή άλλος τις προγενέστερος αυτού, τον ηρμνήνευσεν ότι εσήμαινε να δίδωνται, χάριν της ημέρας, προαιρετικά φιλοδωρήματα εις τον κανονάρχον, και είχεν εισαχθεί έθιμον, όταν το παιδίον το κανοναρχούν ετελείωνε τον στίχον εκείνον, να περιέρχεται τείνων ανοικτόν το Μηναίον, προς τους προεστούς και άλλους κατόχους των στασιδίων, οίτινες εφιλοτιμούντο να ρίπτωσιν εντός του βιβλίου αργυρά κέρματα, τουρκικά, σπανίως κανέν σβάντζικον, δια ν' «ασημώσουν» τον κανόναρχον. 
   Αυτήν την νύκτα ηθέλησεν επιμόνως να «πη τας προαιρέσεις», ο γυιός του παπα-Μανολή, ο Αλέκος, και ήρπασεν αυθαιρέτως το Μηναίον από τας χείρας του άλλου Αλέκου, όστις ήτο ανεψιός του προεστού και γυιός του ψάλτου. Είτα, όταν ο Αλέκος εκανονάρχησεν έως το «δεινόν παιδοκτόνον εγκατέλιπον παιζόμενον» πριν αρχίση το «Στέργειν μεν ημάς» μετεμελήθη κι έκραξε τον συνονόματόν του·
   - Τι Θέλεις;
   - Δεν λέω εγώ τας «προαιρέσεις» ντρέπουμαι. πες τις εσύ. 
   Ο άλλος Αλέκος ήρπασεν απλήστως το Μηναίον, κι εκανονάρχησε τας «προαιρέσεις». Ευθύς τότε έτρεξε γύρω γύρω τείνων το βιβλίον δια να τον ασημώσουν. Εκεί κάτω από το Δεσποτικόν, εν αγυιόπαιδον εξάμωσε την χείρα δια να του αρπάση ένα πενηνταράκι. Ο Αλέκος έκαμε να κλείση το Μηναίον. Άλλος μάγκας, ο Αλλοιβαβαίος καλούμενος, κατέφερεν ένα κτύπον εις το βιβλίον και το ανέτρεψε. Τα αργυρά κέρματα εχύθησαν μετά κρότου κάτω εις τας πλάκας. Δύο ή τρία παιδία έκυψαν μετά θορύβου κάτω αναζητούντα να εύρουν τ' αργυρά νομίσματα. 
    Ο πλέον κερδισμένος απ' όλους εβγήκεν ο Νικολός του Διανέλου, όστις χωρίς να λάβη τον κόπον να κύψη κάτω, είδεν εν σβάντζικον και δύο άλλα μικρότερα κέρματα, και επρόφθασε να τα πλακώση με το πέλμα των ποδών του. Έπειτα, αναβλέψας και ιδών τους γέρους να σταυροκοπούνται -επειδή την στιγμήν εκείνην εψάλλετο το ακροτελεύτιον «την χάριν δε, Παρθένε, νέμοις άχραντε, προσκυνήσαι το κλέος»,- τους εμιμήθη κι αυτός, με πολλήν ευλάβειαν.

    Τέλος, εμβήκαν εις την καθ' αυτό λειτουργίαν, ήτις διεξήχθη πολύ σύντομα. Περί το τέλος ακριβώς, πριν ο παπάς είπη το «Μετά φόβου Θεού», κάτω από το τελευταίον στασίδιον, ηκούσθη και πάλιν η φωνή του γερο-Νταραδήμου· 
    - Κύριε, Κύριε, άνοιξον ημίν... «Μετά φόβου Θεού, πίστεως!... Ευλογημένος ο ερχόμενος...
    Ο γερο-Κονόμος, στραφείς με την μίαν πλάτην προς αυτόν, έκαμε μισόν σταυρόν.
    - Κύριε ελέησον! .... προσκυνάτε, χριστιανοί!... καταδώ, κατά τον Νταραδήμο, γυρίστε!
    Κι επήγε ν' ασπασθή και να λάβη το αντίδωρον.

    ΄Εξω, εις τα στενά σοκάκια του βορείου υψηλού χωρίου, ολίγον είχε πιάσει το χιόνι, εμαίνετο ο βορράς. Ο Νταραδήμος είχεν ανάψει το φαναράκι του, ο καπετάν Κονόμος τον ηκολούθει μακρόθεν.
    - Καρτέρει κ’ εμένα, Δήμο, να μ’ φέξης λιγάκι.
    Όπισθεν του γερο-Κονόμου ήρχετο η Χρήσταινα η Ντελησυφέρω με τον εγγονόν της.
   - Καλή χρονιά γείτονα, βοήθειά μας ο Xριστός!
   - Καλή ψυχή, γειτόνισσα!
   Επροχώρησαν ομού ολίγα βήματα. Έφθασαν εις την αυλήν της οικίας του γερο-Κονόμου.
    - Έρχεσαι να κάμουμε μια δουλειά, Δήμο; λέγει ούτος. Εσένα η γριά σ’ βαριέται, δεν θα σόχη ζεστασιά. Εμένα η Κονόμισσα θα μόχη κάτι τι. Aνεβαίνεις; Εγώ δεν έχω ύπνο. 
    - Καλά, θα σας στείλω κ' εγώ τηγανίτες αλειψές, είπεν η Ντελησυφέρω.
    - Μετά χαράς θα τις δεχτούμε, γειτόνισσα.
   Ανέβηκαν οι δύο εις το αρχοντικόν του γερο-Κονόμου.Εστρώθησαν εις τα πλούσια μεντέρια, σιμά εις το παφλάζον πυρ της εστίας· τα φουσκάκια (ή τους λουκουμάδες) τα είχε έτοιμα η γερόντισσα. Το φαγί το είχε κατεβασμένο, και δεν είχε ρίψει το ρύζι δια την σούπαν, πριν έλθη ο γέρος να της πη.
    Μετά δέκα λεπτά έφθασεν η Ντελησυφέρω, φέρουσα και τηγανίτες. Φαίνεται θα τις είχεν έτοιμες η χήρα, η νύφη της. Μετ' ολίγον ήλθε και ο παπα-Μανολής, όστις τώρα μόλις ετελείωσεν από την εκκλησίαν, ακολουθούμενος από τον υιόν του Αλέκον, τον οποίον συνώδευε και ο άλλος Αλέκος.
    Ερρίφθησαν εις τα φουσκάκια. Ο Αλέκος του παπά δάγκανεν εν, εκαίετο και το εφύσα. Ο άλλος ο συνονόματός του, έτρωγεν ανά δύο-δύο, χωρίς να καίεται.
    Η φιάλη με την μαστίχαν έκαμε δύο-τρεις γύρους.
    Τέλος ο γερο-Κονόμος λέγει εις τον Νταραδήμον·
     - Θα μας πης τώρα και κανένα τροπαράκι για την καλή χρονιά; Μην εξέχασαν κανένα οι ψάλτηδες και δεν το είπαν;
     - Αληθινά, είπεν ο Νταραδήμος, απαράτησαν ένα μεγαλυνάριο, δεν ξέρω πώς τους ήρθε.
    «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την Αγνήν Παρθένον, την γεννησαμένην Xριστόν τον Βασιλέα». 
    Μυστήριον ξένον...