Παροιμίες
Μέρη του Σώματος | Χέρια

Δεν κουνάει ούτε το μικρό του/της δαχτυλάκι. (τεμπέλης/α)
[Ελληνική]

Έβαλα τα χέρια μου κι έβγαλα τα μάτια μου. (αυτοκαταστράφηκα)
[Ελληνική]

Είναι κοντό το χέρι σου να φτάσει σε μένα. (ανίκανος - ανήμπορος)
[Ελληνική]

Είναι παρωνυχίδα… (ανάξιος λόγου)
[Ελληνική]

Έμεινε με το δάχτυλο στο στόμα. (αμηχανία)
[Ελληνική]

Έφαγε τα νύχια του/της. (Δούλεψε σκληρά-ταλαιπωρήθηκε)
[Ελληνική]

Κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του/της.
[Ελληνική]

Μην κόβεις το δάχτυλο που σου δείχνει το δρόμο. (αχαριστία)
[Ελληνική]

Να γλείφεις τα δάχτυλά σου…
[Ελληνική]

Ξύνει τα νύχια του για καβγά… (εριστικός)
[Ελληνική]

Όποιο δάχτυλο να κόψεις πονάει…
[Ελληνική]

Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην κρεμάς την κάπα σου. (Να ξέρεις τις δυνατότητές σου.)
[Ελληνική]

Όταν δεν κερδίζεις από το χέρι κέρδισε από το δόντι. (οικονομία)
[Ελληνική]

Όταν λύνονται τα χέρια δε χρειάζονται μαχαίρια.
[Ελληνική]

Πολλά χέρια ευλογημένα πολλά στόματα καταραμένα. (Έργα κι όχι λόγια)
[Ελληνική]

Το παίζει στα πέντε δάχτυλα….(Τον κάνει ό,τι θέλει)
[Ελληνική]

Το χέρι θέλει κρέμασμα και το ποδάρι στρώμα.
[Ελληνική]

Το χέρι ομορφαίνει με μια φιλική χειρονομία κι όχι με κοσμήματα.
[Ελληνική]

Τον γνωρίζω «εξ απαλών ονύχων».
[Ελληνική]

Τον έχει του χεριού της...
[Ελληνική]

Το’ βαλε το δαχτυλάκι του/της. (ανακατεύτηκε)
[Ελληνική]

Χέρι που δε μπορείς να δαγκώσεις προσκύνα το.
[Ελληνική]