Παροιμίες
Μέρη του Σώματος | Μάτια

Άλλο να δεις κι άλλο να ακούσεις.
[Ελληνική]

Αλλού τηρά, αλλού βλέπει. (υποκριτής - αλλήθωρος)
[Ελληνική]

Αν μπορείς να δεις το σβέρκο σου, τότε θα δεις και μένα ή (γράψε μας) (τα αδύνατα)
[Ελληνική]

Αν σε όλα είναι νόμος εις τα μάτια όχι όμως.
[Ελληνική]

Απ’ τ’ αυτιά πιο πιστά είναι τα μάτια.
[Ελληνική]

Βλέμμα χαμηλό, βλέμμα πονηρό.
[Ελληνική]

Βλέποντας και κάνοντας.
[Ελληνική]

Δες με το ένα μάτι να σε δω με τα δυο.
[Ελληνική]

Έβαλε τα χέρια του κι έβγαλε τα μάτια του.
[Ελληνική]

Ματάκια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονούνται.
[Ελληνική]

Μαύρισε το μάτι μου. (απελπίστηκα)
[Ελληνική]

Μου ’ριξε στάχτη στα μάτια. (Μ’ εξαπάτησε)
[Ελληνική]

Όποιος ανακατεύει τα χώματα θα μπουν στα μάτια του.
[Ελληνική]

Όποιος δε βλέπει πού πατεί στις λάσπες θε να πέσει.
[Ελληνική]

Όπως με κοιτάς καθρεφτάκη μου, σε κοιτώ.
[Ελληνική]

Ποιος στραβός δε θέλει τα μάτια του;
[Ελληνική]

Τα μάτια σου δεκατέσσερα.
[Ελληνική]

Το ξένο μάτι είναι σπαθί, το ξένο αυτί τουφέκι. (ξένη επίβλεψη)
[Ελληνική]