Παροιμίες
Μέρη του Σώματος | Στόμα

Άκουγέ τα όλα κι όσα θέλεις πέστα (ή βάστα).
[Ελληνική]

Αλλού δουλεύει η γλώσσα κι αλλού μασούν τα δόντια. (παράσιτα)
[Ελληνική]

Αν δεν έχεις δόντια δε μπορείς να δαγκώσεις…
[Ελληνική]

Από χείλη σε χείλη το μαθαίνουν χίλιοι…
[Ελληνική]

Απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί.
[Ελληνική]

Γλείφεις τους ανωτέρους σου.
[Ελληνική]

Γλώσσα κλειδωμένη, φωνή ελεύθερη.
[Ελληνική]

Γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι. (φλύαρος)
[Ελληνική]

Γλώσσας μάκρεμα, μυαλού κόντεμα. (κουταμάρες)
[Ελληνική]

Δε βάζει γλώσσα μέσα.
[Ελληνική]

Έχει φαρμάκι στο στόμα. (φαρμακόγλωσσος)
[Ελληνική]

Η γλώσσα κάστρα καταλύει και κάστρα θεμελιώνει.
[Ελληνική]

Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
[Ελληνική]

Η γλώσσα τιμάει το πρόσωπο…
[Ελληνική]

Η γλώσσα του πάει ροδάνι. (φλύαρος)
[Ελληνική]

Η γλώσσα του στάζει μέλι. (Μιλάει ευχάριστα)
[Ελληνική]

Η πορδή κι αν βρωμάει, πάντα πορδή είναι. (ο κακός λόγος)
[Ελληνική]

Θα σου κόψω τη γλώσσα.
[Ελληνική]

Κάλλιο να ’χεις μέλι στη γλώσσα παρά ασήμι στο πουγκί.
[Ελληνική]

Καλύτερα να γλιστρήσει το πόδι σου παρά η γλώσσα σου.
[Ελληνική]

Καλύτερα να σε ρίξουν στη μηχανή του κιμά, παρά να σε πιάσει στη γλώσσα της… (γλωσσού)
[Ελληνική]

Κατάπιε τη γλώσσα του.
[Ελληνική]

Κόβει η γλώσσα του σπαθί.
[Ελληνική]

Λύθηκε η γλώσσα του.
[Ελληνική]

Μαζί κουβεντιάζουμε και χώρια ακούμε.(ασυνεννοησία)
[Ελληνική]