Ραούφ Ντενκτάς
1924 – 2012

Επιφανής Τουρκοκύπριος ηγέτης. Ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Τουρκοκυπριακής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, μίας ντε φάκτο κρατικής οντότητας που αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία, το «Ψευδοκράτος», όπως το ονομάζει η ελληνική πλευρά.

Ο Ραούφ Ραΐφ Ντεκτάς (Rauf Raif Denktaş) γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1924 στην αγγλοκρατούμενη τότε Πάφο. Ο πατέρας του, Ραΐφ Μεχμέτ Μπέης (1882-1941), ήταν δικαστής και καταγόταν από το τουρκοκυπριακό χωριό Άγιος Επιφάνιος της επαρχίας Λευκωσίας (Αϊμπιφάν στα τουρκικά). Μητέρα του ήταν η Εμινέ Χανίμ. Σύμφωνα με τον κύπριο ιστορικό Κώστα Κύρρη, ο Ντενκτάς ήταν απόγονος φραγκοεβραίων, με πολύ κοντινούς πρόγονους ορθοδόξους χριστιανούς, όπως η μητέρα του, που λεγόταν Χρυσαλίδα και η γιαγιά του που λεγόταν Μαριέττα.

Ο Ντενκτάς αποφοίτησε από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Κατά τη διάρκεια των ετών 1941-1943 εργάστηκε ως μεταφραστής, δημοδιδάσκαλος, καθώς και ως δικαστικός υπάλληλος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Το 1944, μετέβη στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Νομικά στο Lincoln’s Inn με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου (British Council).

Το 1947 επέστρεψε στην Κύπρο και προσελήφθη στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της αποικιακής κυβέρνησης. Την εποχή εκείνη, ο τότε κυβερνήτης της Κύπρου, Λόρδος Γουίνστερ, είχε υποσχεθεί παραχώρηση συντάγματος. Για το σκοπό αυτό συγκαλείται το 1948 η Διασκεπτική του Λονδίνου, στην οποία ο Ντενκτάς συμμετείχε ως μέλος της τουρκοκυπριακής αποστολής. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959) ο Ντενκτάς αναλαμβάνει ως εισαγγελέας πολλές υποθέσεις κατά αγωνιστών της ΕΟΚΑ, με πιο γνωστή αυτή του ήρωα Μιχαήλ Καραολή, που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956.

Το 1957, παραιτείται από το αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, για να αναμιχθεί στην πολιτική, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας. Αναλαμβάνει πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Τουρκοκυπριακών Συνδέσμων και την 1η Αυγούστου 1958, μαζί με τον φίλο του, γιατρό Μπουρχάν Ναλμπάντογλου και τον Τούρκο πρόξενο στην Κύπρο Κεμάλ Τανρισεβντί, ιδρύει την τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ (Türk Mükavemet Teşkilatι=Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση), η οποία χρησιμοποιήθηκε για να πληγεί ο αγώνας της ΕΟΚΑ, που επιδίωκε την «Ένωση» με την Ελλάδα, με την προώθηση της «διχοτόμησης» (Taksim) της μεγαλονήσου. Η οργάνωση αυτή διέπραξε επιθέσεις και δολοφονίες εναντίον προοδευτικών Τουρκοκυπρίων που εργάζονταν υπέρ της συνεργασίας και της ειρηνικής συμβίωσης με τους Ελληνοκυπρίους κατά την περίοδο προ και μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974, οπότε και διαλύθηκε.

Το 1958 εκπροσωπεί τους Τουρκοκυπρίους στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Κατά την προετοιμασία των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου, οι οποίες υπογράφηκαν το 1959 και οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμβουλεύει την Τουρκία για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Ο ίδιος υπήρξε αντίθετος με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, καθώς πίστευε ότι η μόνη λύση για τη διευθέτηση του Κυπριακού ήταν η διχοτόμηση. Ωστόσο, δεν εκδήλωνε ανοιχτά τις πεποιθήσεις του. Χαρακτηριστικό είναι ότι αν και πρόεδρος της Τουρκοκυπριακής αντιπροσωπείας για το Σύνταγμα, σπανίως εμφανιζόταν στις συνεδρίες και αρνήθηκε να αναλάβει υπουργικό αξίωμα, προτιμώντας να εκλεγεί πρόεδρος της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης. Παράλληλα, ήταν ο πολιτικός ηγέτης της ΤΜΤ, η οποία, σε αντίθεση με την ΕΟΚΑ, όχι μόνο δεν είχε διαλυθεί, αλλά ενισχυόταν με άντρες και οπλισμό από την Τουρκία.

Από την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (16 Αυγούστου 1960) μέχρι και τις δικοινοτικές ταραχές τον Δεκέμβριο 1963, ο Ντενκτάς εργάζεται συνειδητά για την υπονόμευση του κυπριακού κράτους, ακόμη και σε περιόδους που η επίσημη Τουρκία υποστήριζε τη διατήρηση του καθεστώτος, που είχε εγκαθιδρυθεί με τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου. Προπαγάνδιζε υπέρ της μη συνεργασίας των Τουρκοκυπρίων με τους Έλληνες της Κύπρου, αποθάρρυνε τους ομοθρήσκους του να έχουν εμπορικές σχέσεις με τους Ελληνοκυπρίους και προσπάθησε να εμποδίσει την επιστροφή των Τουρκοκυπρίων που είχαν καταφύγει σε αμιγώς τουρκοκυπριακά χωριά κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, στις εστίες τους. Το 1962 κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας των Τουρκοκύπριων δημοσιογράφων Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Μουσαφέρ Γκιουρκάν, οι οποίοι αρθρογραφούσαν υπέρ της συνεργασίας των δύο κοινοτήτων.

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκυπριακής ανταρσίας τον Δεκέμβριο του 1963, με αφορμή την πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για την τροποποίηση δεκατριών σημείων του Συντάγματος, ο Ντενκτάς έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τον Ιανουάριο του 1964 έλαβε μέρος στην πενταμερή διάσκεψη του Λονδίνου για το Κυπριακό, ενώ τον επόμενο μήνα εμφανίσθηκε ως εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων στα Ηνωμένα Έθνη, όπου υπεραμύνθηκε των τουρκοκυπριακών θέσεων, διαστρεβλώνοντας παράλληλα τα γεγονότα της ένοπλης τουρκοκυπριακής ανταρσίας και εκστομίζοντας ψευδείς κατηγορίες κατά της Κυπριακής Κυβερνήσεως. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο και να του απαγορευτεί η επάνοδος στην Κύπρο. Κατέφυγε στην Άγκυρα, αλλά συνέχισε να διατηρεί επαφή με τους Τουρκοκυπρίους και να κατευθύνει την ανταρσία τους στο νησί.

Τον Αύγουστο του 1964, κατά τη διάρκεια των μαχών που έγιναν στην περιοχή της Τηλλυρίας, ο Ντενκτάς  προσπάθησε να εισέλθει στο κυπριακό έδαφος, αλλά αναγκάστηκε να αποχωρήσει με τουρκικό πολεμικό πλοίο, όταν έγινε αντιληπτός από την Εθνική Φρουρά. Τον Οκτώβριο του 1967 ο Ντενκτάς επεχείρησε για δεύτερη φορά να εισέλθει παράνομα στην Κύπρο. Λόγω, όμως, των άσχημων καιρικών συνθηκών, το ψαροκάικο που τον μετέφερε αναγκάστηκε να τον αποβιβάσει σε ακτή της Καρπασίας, αντί στη Λάρνακα, όπως προβλεπόταν. Συνελήφθη από αγροφύλακα και παραδόθηκε στην Εθνική Φρουρά.

Η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να τον αφήσει ελεύθερο και η πράξη αυτή «καλής θέλησης» οδήγησε στην επαναπροσέγγιση με την τουρκοκυπριακή πλευρά, μετά τα γεγονότα της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967 και την έναρξη συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων τον Απρίλιο του 1968. Ο Ντενκτάς, επιστρέφει, τότε, νομίμως στην Κύπρο και ορίζεται εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων, ενώ συνομιλητής των Ελληνοκυπρίων είναι ο Γλαύκος Κληρίδης. Εν τω μεταξύ, συνεχίζει να κρατά εγκλωβισμένο μεγάλο αριθμό Τουρκοκυπρίων σε θυλάκους ελεγχόμενους πλήρως από τους εξτρεμιστές και να παρακωλύει τη συνεργασία των ομοθρήσκων του με τους Ελληνοκυπρίους.

Το 1973 ιδρύει το Κόμμα Εθνικής Ενότητας και αναλαμβάνει άνευ ανθυποψηφίου την αντιπροεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, ο Ντενκτάς κατέστη παντοδύναμος, έχοντας την πλήρη υποστήριξη των κατοχικών στρατευμάτων. Στις 13 Φεβρουαρίου 1975 ανακηρύσσει τα κατεχόμενα σε «Ομόσπονδο Τουρκοκυπριακό Κράτος» και στις 15 Νοεμβρίου 1983 προχωρεί στην  ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», ενός κράτους που αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία. Εκλέγεται πρόεδρος του «ψευδοκράτους» το 1985 και επανεκλέγεται το 1990, 1995 και 2000.

Τάχθηκε κατά του σχεδίου Ανάν (για την επανένωση της Κύπρου), το οποίο οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν με ποσοστό 65% στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Στις 25 Απριλίου 2005, σε ηλικία 81 ετών, εγκαταλείπει την πολιτική. Τον διαδέχεται στην ηγεσία του «ψευδοκράτους» ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.

Μετά την τουρκική εισβολή, ο Ντενκτάς έχει συνομιλήσει με όλους τους Προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον Σπύρο Κυπριανού, τον Γιώργο Βασιλείου, τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Στις συνομιλίες διατηρούσε αδιάλλακτη θέση, ανοικτά υπέρ της δημιουργίας δυο κρατών στην Κύπρο, η οποία δεν επέτρεπε να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις για εξεύρεση λύσης του Κυπριακού. Εργάστηκε μεθοδικά υπέρ των συμφερόντων της Τουρκίας, αγνοώντας τους Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι υπέφεραν και αυτοί από την πολιτική του, τόσο κατά το διάστημα 1955-1974, όσο και κατά το διάστημα μετά την τουρκική εισβολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μισοί περίπου γηγενείς Τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο μετά την εισβολή και τη θέση τους πήραν δεκάδες χιλιάδες έποικοι που μεταφέρθηκαν από την Τουρκία, με σκοπό την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου.

Ο Ραούφ Ντεκτάς ήταν νυμφευμένος με την Αϊντίν και είχε πέντε παιδιά, τρεις γιους και δύο κόρες, καθώς και 11 εγγόνια. Έχασε ένα κοριτσάκι σε ηλικία επτά χρονών, κατά τη διάρκεια εγχείρισης αμυγδαλών από τον συνιδρυτή της ΤΜΤ γιατρό Ναλμπάντογλου, ενώ ο γιος του Ραϊφ σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα το 1985. Ο μόνος εν ζωή γιος του Σερντάρ ακολούθησε την πολιτική και είναι αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος στα κατεχόμενα. Οι δύο κόρες του ζουν στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας.

Εκτός από τουρκικά, ο Ντενκτάς μιλούσε ελληνικά και αγγλικά. Εξέδωσε πολλά βιβλία πολιτικού και νομικού περιεχομένου. Τις ελεύθερες ώρες του ασχολείτο με τη φωτογραφία, έχοντας πραγματοποιήσει εκθέσεις σε πολλές χώρες του κόσμου.

Ο Ραούφ Ντενκτάς πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2012 στο «Νοσοκομείο της Εγγύς Ανατολής» στην κατεχόμενη Λευκωσία.