Σαλβαντόρ Αλιέντε
1908 – 1973

Χιλιανός σοσιαλιστής πολιτικός, που ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 και έκτοτε αποτελεί ένα από τα σύμβολα της Αριστεράς. O Σαλβαντόρ Αλιέντε ήταν ο πρώτος Μαρξιστής πολιτικός της Λατινικής Αμερικής που ανέλαβε το ανώτατο αξίωμα της χώρας του με ελεύθερες εκλογές.

Ο Σαλβαντόρ Αλιέντε (Σαλβαδόρ Αγιέντε η ορθή προφορά του ονοματεπωνύμου του) γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής στις 26 Ιουνίου 1908 και καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια με ρίζες από την Βασκωνία και το Βέλγιο. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Χιλής και αποφοίτησε το 1933. Κατά την διάρκεια των σπουδών του πολιτικοποιήθηκε στον χώρο της Αριστεράς και ανέπτυξε δράση ως στέλεχος μαρξιστικής κίνησης.

Πήρε μέρος στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος το 1933 και το 1937 εκλέχθηκε βουλευτής. Από το 1938 έως το 1942 διετέλεσε υπουργός Υγείας στην αριστεροφιλελεύθερη κυβέρνηση του προέδρου Πέδρο Αγκίρε Σέρδα. Το 1945 εκλέχθηκε για πρώτη φορά γερουσιαστής και επανεκλέχθηκε τρεις φορές ακόμη.

To 1940 παντρεύτηκε την βιβλιοθηκονόμο Ορτένσια Μπούσι (1914-2009), με την οποία απέκτησε τρεις κόρες, την Κάρμεν Πας Αλιέντε (γ.1941), την πολιτικό και γιατρό Μπεατρίς Αλιέντε (1943-1977), ) και την γνωστή και δημοφιλή συγγραφέα Ιζαμπέλ Αλιέντε (γ.1945)

Τό 1952 έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία της Χιλής, αλλά διαγράφηκε προσωρινά από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, επειδή δέχθηκε την υποστήριξη του παράνομου τότε Κομμουνιστικού Κόμματος. Κατέλαβε την τέταρτη θέση με το πενιχρό 5,45% των ψήφων.

Έθεσε και πάλι υποψηφιότητα το 1958, με την υποστήριξη του Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος (νόμιμου στο μεταξύ) και ήρθε δεύτερος μέ μικρή διαφορά από τον φιλελεύθερο συντηρητικό υποψήφιο Χόρχε Αλεσάντρι (28,85% έναντι 31,56%). Με την υποστήριξη των ίδιων κομμάτων, όμως, υπέστη συντριπτική ήττα από τον χριστιανοδημοκράτη Εντουάρντο Φρέι το 1964 (38,93 % έναντι 56,09%)

Με την τέταρτη απόπειρά του, ο Αλιέντε άλωσε το Παλάσιο ντε λα Μονέδα, το προεδρικό μέγαρο της Χιλής. Το 1970, ως υποψήφιος της Λαϊκής Ενότητας, ενός συνασπισμού σοσιαλιστών, κομμουνιστών, ριζοσπαστών και μερικών αποστατών χριστιανοδημοκρατών, απέσπασε το 36,3% των ψήφων, αλλά δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα της χώρας πλειοψηψία. Η εκλογή του έπρεπε να επικυρωθεί από τη Βουλή στην οποία κυριαρχούσε η Δεξιά. Τελικά η εκλογή του επικυρώθηκε στις 24 'Οκτωβρίου 1970, αφού ο Αλιέντε υποσχέθηκε να υποστηρίξει δέκα φιλελεύθερες συνταγματικές τροπολογίες που ζητούσαν οι χριστιανοδημοκράτες.

Μετά την ορκωμοσία του, στις 3 Νοεμβρίου 1970, άρχισε νά παίρνει μέτρα γιά την αναδιάρθρωση της χιλιανής οικονομίας, κατά τα σοσιαλιστικά πρότυπα και σύμφωνα με την μόδα της εποχής. Εθνικοποίησε ορισμένες βιομηχανίες και με μια τροποποίηση του Συντάγματος θεμελίωσε το δικαίωμα της χώρας του να εθνικοποιεί τον ορυκτό της πλούτο, έχοντας η ίδια την διακριτική ευχέρεια στον προσδιορισμό της αποζημίωσης. Οι αποφάσεις του αυτές τον έφεραν σε σύγκρουση όχι μόνο με τις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν μεγάλα συμφέροντα στην βιομηχανία ορυκτών, αλλά και με την διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Η κυβέρνησή του απαλλοτρίωσε μεγάλες γαιοκτησίες προς όφελος γεωργικών συνεταιρισμών και ευνόησε μεγάλες αυξήσεις για τους βιομηχανικούς εργάτες. Μιά και δεν είχε υποστήριξη για να προχωρήσει σε άμεσες εθνικοποιήσεις, απέκτησε τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος αγοράζοντας μετοχές με κρατικά ομόλογα. Την ίδια περίοδο εγκαινίασε διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.

Δύο χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας τα πράγματα για το Σαλβαδόρ Αλιέντε είχαν γίνει πραγματικά δύσκολα: άδεια ταμεία, πληθωρισμός πάνω από 1000%, συνδικαλιστικές αντιδράσεις για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του και έντονη απογοήτευση από την μεσαία τάξη. Πάντως έχαιρε ακόμη της υποστήριξης των εργατών και αγροτών, γεγονός που επιβεβαιώθηκε στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 1973, στις οποίες η παράταξή του συγκέντρωσε το 44% των ψήφων.

Στις 29 Ιουνίου, ο συνταγματάρχης Ρομπέρτο Σουπέρ επιχείρησε ανεπιτυχώς να ανατρέψει τον Αλιέντε. Η κατάσταση στην Χιλή άρχισε να γίνεται χαοτική. Στις αρχές Σεπτεμβρίου η χώρα γνώρισε μια ιστορική πολιτική διαδήλωση. 400.000 γυναίκες έξω από το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο απαιτούσαν την παραίτηση του Προέδρου. Όταν ο Αλιέντε ανακοίνωσε την παντελή έλλειψη σιταριού, ο λαός άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τους στρατιωτικούς.

Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον αρχηγό του στρατού, στρατηγό Αουγκούστο Πινοτσέτ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Βραζιλίας. Οι πραξικοπηματίες, αφού πρώτα περικύκλωσαν και βομβάρδισαν το Προεδρικό Μέγαρο στην συνέχεια εισέβαλαν μέσα σε αυτό. Ο Σαλβαντόρ Αλιέντε και οι στενοί συνεργάτες του σκοτώθηκαν, ύστερα από σθεναρή αντίσταση.

Οι πραξικοπηματίες αξιωματικοί ισχυρίστηκαν ότι έδωσαν τη δυνατότητα στον Αλιέντε να διαφύγει στο εξωτερικό, παραχωρώντας του αεροπλάνο. Ο Πρόεδρος, όμως, αρνήθηκε. Σύμφωνα με δηλώσεις του προσωπικού του γιατρού, ο Αλιέντε παρέμεινε στο σαλόνι του Προεδρικού Μεγάρου και αφού κάθε αντίσταση είχε πλέον εκλείψει, έβαλε ανάμεσα στα πόδια του ένα αυτόματο όπλο ΑΚ-47 (Καλάσνικοφ), που του είχε χαρίσει ο Φιντέλ Κάστρο και αυτοπυροβολήθηκε.

Τη διακυβέρνηση της Χιλής ανέλαβε τετραμελής στρατιωτική χούντα, υπό τον στρατηγό Πινοτσέτ. Η χώρα παρέμεινε «στον γύψο» έως το 1990.