Νόαμ Τσόμσκι
1928 –

Αμερικανός γλωσσολόγος, φιλόσοφος και πολιτικός ακτιβιστής. Θεωρείται ο πιο σημαντικός γλωσσολόγος του 20ου αιώνα, ισάξιος του ιδρυτή της επιστήμης της γλωσσολογίας Φερντινάν ντε Σοσίρ και ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους του καιρού μας. Η πολιτική του δράση είναι αλληλένδετη με το επιστημονικό του έργο. Ο ίδιος συστήνεται ως φιλελεύθερος σοσιαλιστής και πιστεύω του είναι ότι «η έρευνα και ο ακτιβισμός πρέπει να λειτουργούν σε αρμονική σχέση».

Ο Αβράμ Νόαμ Τσόμσκι γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1928 στην Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνιας και είναι ο πρωτότοκος γιος ενός ζεύγους ρωσοεβραίων εμιγκρέδων. Ο πατέρας του, Γουίλιαμ Τσόμσκι, ήταν καθηγητής σε εβραϊκό σχολείο και η μητέρα του Έλσι Σιμονόφσκι, δασκάλα και πολιτική ακτιβίστρια. Μεγάλωσε σε μια γειτονιά ιρλανδών καθολικών και γερμανών μεταναστών με αντισημιτικές τάσεις, που έστελναν τα παιδιά τους σε ιησουιτικά σχολεία.

Το πρώτο του σχολείο, ένα πειραματικό, προοδευτικό δημοτικό, ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του και ενίσχυσε την αγάπη του για την ατομική ελευθερία στην έκφραση και την δημιουργία. Στη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων, περνούσε ατελείωτες ώρες μελέτης στη δημόσια βιβλιοθήκη της Φιλαδέλφειας. Έγραψε το πρώτο του πολιτικό κείμενο σε ηλικία μόλις 10 ετών, στη σχολική εφημερίδα, με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο. Σε ηλικία 13 ετών αγόραζε αναρχικά βιβλία και, αφού μελέτησε τις ιδέες του κομμουνισμού και του φασισμού, αποφάσισε να απορρίψει τον μαρξισμό και να ασπαστεί τον αναρχισμό, θεωρώντας ότι η ανθρώπινη κατάσταση ευημερεί, όταν δεν υπόκειται σε κανενός είδους εξουσία.

Το 1945 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικών επιστημών. Οι σπουδές του δεν τόν ενθουσίαζαν και προς στιγμήν σκέφτηκε να τίς εγκαταλείψει και να πάει στην Παλαιστίνη και να δουλέψει για την αραβο-εβραϊκή συμφιλίωση. Η γνωριμία του με τον καθηγητή της γλωσσολογίας Ζέλιγκ Χάρις και η παρότρυνση του πατέρα του, τόν έκανε να αλλάξει γνώμη και να συνεχίσει τις σπουδές του στην γλωσσολογία, στα μαθηματικά και την φιλοσοφία.

Το 1955, έλαβε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας, μολονότι την έρευνα της διατριβής του τήν έκανε ως υπότροφος στο Χάρβαρντ (1951-1955). Την ίδια χρονιά άρχισε την πανεπιστημιακή του καριέρα στο περίφημο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), στο οποίο παρέμεινε μέχρι το 2002, οπότε ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Σήμερα παρά το προχωρημένο της ηλικίας του διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνας.

Η συμβολή του Τσόμσκι στη σύγχρονη γλωσσολογία είναι η ανάπτυξη της θεωρίας της «Γενετικής Μετασχηματιστικής Γραμματικής», που συνοδεύτηκε από
κριτική στον στρουκτουραλισμό και τον εμπειρισμό. Άποψή του είναι ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με μια έμφυτη, παγκόσμια γλωσσική ευχέρεια, με μια «παγκόσμια γραμματική» που διαθέτει βαθύτερη, ενιαία δομή. Η θεωρία του αυτή,αν και στη αρχή προκάλεσε αντιδράσεις, έγινε αργότερα ευρέως αποδεκτή. Ο Τσόμσκι προχώρησε πολύ πιο πέρα από τον ιδρυτή της γλωσσολογίας Φερντινάν ντε Σοσίρ, αποδεικνύοντας ότι η κατανόηση τής ανθρώπινης γλώσσας συμβάλλει κατά τρόπο βασικό στην κατανόηση τής ανθρώπινης φύσης. Γι’ αυτό οι θέσεις του προκάλεσαν επανάσταση όχι μόνο στην γλωσσολογία, αλλά σε όλους τους ανθρωπιστικούς κλάδους, ιδιαίτερα της φιλοσοφίας και τής ψυχολογίας. Ενδεικτικό της απήχησης του έργου του είναι ότι οι παραπομπές στον Τσόμσκι, μόνο το διάστημα 1980-1992, ανέρχονται σε 3.874, κατατάσσοντάς τον στις 10 κορυφαίες πηγές παραπομπών στην ιστορία, ανάμεσα στους Μαρξ, Λένιν, Σέξπιρ, Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Φρόιντ, Χέγκελ, Κικέρωνα και τη Βίβλο.

Πέρα από την ακαδημαϊκή και συγγραφική του δραστηριότητα, ο Τσόμσκι έγινε ευρύτερα γνωστός τα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, όταν αντιτάχθηκε σθεναρά στην τότε αμερικανική πολιτική, μη διστάζοντας να αποκαλέσει την πατρίδα του «κράτος-κακοποιό». Μάλιστα εκείνη την εποχή αρνιόταν να πληρώσει τους φόρους του,ενώ μοιράστηκε το ίδιο κελί με τον συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ, μετά τη σύλληψή τους σε μια διαδήλωση στο Πεντάγωνο το 1967.

Σήμερα τάσσεται κατά του «κράτους των επιχειρήσεων» και της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, που ιδιωτικοποιεί τα κέρδη και κοινωνικοποιεί τις ζημιές, κατά του παγκόσμιου καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης, που επιφέρουν αύξηση της ανισότητας και του αισθήματος της αδικίας και καταδικάζουν τον μέσο πολίτη στον αποκλεισμό από τη λήψη αποφάσεων.

Ο Τσόμσκι έχει επικρίνει, μεταξύ άλλων, τις σφαγές στο Ανατολικό Τιμόρ της Ινδονησίας και τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία. Οι απόψεις του για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 έκαναν τον γύρο του κόσμου και συντάραξαν τους συμπατριώτες του: «Το έγκλημα αυτό είναι ένα δώρο στον σκληρό πυρήνα των δεξιών υπερεθνικοφρόνων. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις αποτελούν φοβερές κτηνωδίες. Αναλογικά, ίσως δεν φτάνουν στο επίπεδο πολλών άλλων, όπως, για παράδειγμα, ο βομβαρδισμός του Σουδάν από τον πρόεδρο Κλίντον χωρίς αξιόπιστο πρόσχημα. Έχουμε επιλογή: μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ή να αρνηθούμε να το κάνουμε, συνεισφέροντας στην πιθανότητα ότι το χειρότερο βρίσκεται μπροστά μας».

Ο Νόαμ Τσόμσκι έχει κυκλοφορήσει πάνω από 100 επιστημονικά συγγράμματα και πολιτικά βιβλία, πολλά από τα οποία κυκλοφορούν και στα ελληνικά,ενώ έχει τιμηθεί με πλήθος βραβείων. Στις 21 Απριλίου 2004, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Την προσωπική του ζωή φροντίζει να κρατά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Είναι γνωστό ότι έχει νυμφευτεί δύο φορές: Το 1949 με την γλωσσολόγο Κάρολ Σατζ (1930-2008), με την οποία απέκτησε τρία παιδιά (δύο κόρες και ένα γιο) και το 2014 με την αρκετά μικρότερή του βραζιλιάνα δικηγόρο και μεταφράστρια Βαλέρια Βάσερμαν.