Τζον Κόρνφορθ
1917 – 2013

O Αυστραλός χημικός Τζον Κόρνφορθ τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας το 1975 για την ανακάλυψη του τρόπου σύνθεσης της χοληστερίνης μέσα στο ζωντανό κύτταρο, καθώς και για την έρευνά του σχετικά με τη στερεοχημεία αντιδράσεων που έχουν καταλυθεί με ένζυμα.

Γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 στο Σίδνεϋ και ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του δασκάλου Τζορτζ Κόρνφορθ και της μαίας Χίλντα Έιπερ. Σε ηλικία 10 ετών προσβλήθηκε από ωτοσκλήρυνση με αποτέλεσμα την βαθμιαία απώλεια της ακοής του, γεγονός που επέδρασε στην αλλαγή επιστημονικής κατεύθυνσης, από την νομική που ήταν αρχική του επιλογή στην χημεία με την προτροπή των καθηγητών του. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη προσπάθεια από πλευράς του, καθότι ήταν άλλωστε άριστος μαθητής στο Λύκειο τόσο στα μαθήματα της θετικής κατεύθυνσης (μαθηματικά, φυσικοχημεία), όσο και σε αυτά της θεωρητικής (Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά και Γαλλικά). Στα 20 του χρόνια έχασε εντελώς την ακοή του.

Ο Τζον Κόρνφορθ σπούδασε χημεία στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ, όπου γνώρισε την συμφοιτήτρια και μελλοντική σύζυγό του Ρίτα Χάραντενς (1915-2012), η οποία έγινε βοηθός στις επιστημονικές του αναζητήσεις. Μετά την αποφοίτησή τους με διακρίσεις, το ζευγάρι πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με καθηγητή τον διακεκριμένο βρετανό χημικό Ρόμπερτ Ρόμπινσον (1886-1975), που τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας (1947), για την έρευνά του σχετικά με φυτικά προϊόντα βιολογικής σημασίας και ιδιαίτερα με τα αλκαλοειδή. Το 1941, ο Κόρνφορθ απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με την διατριβή «Synthesis of analogues of steroid hormones».

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ασχολήθηκε με τη μελέτη της δομής του κεντρικού μορίου της πενικιλλίνης. Παρέμεινε στην Οξφόρδη μέχρι το 1945, οπότε εντάχθηκε στο επιστημονικό προσωπικό τού Εθνικού Ινστιτούτου Ιατρικών Ερευνών του Λονδίνου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1962.

Ακολούθως, διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής (1962 -1968) και διευθυντής (1968 - 1975) του Εργαστηρίου Χημικής Ενζυματολογίας της Shell. Από το 1965 έως το 1971, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο τού Γουόρικ και στην συνέχεια ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ μέχρι το 1975. Τον ίδιο χρόνο έγινε ερευνητής καθηγητής στη Σχολή Μοριακών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σάσεξ, θέση που διατήρησε μέχρι το 1982.

Οι ερευνητικές εργασίες του Κόρνφορθ, οδήγησαν σε μια νέα αντίληψη σε ό,τι αφορά τη στερεοχημεία τών ενζυμικών διεργασιών και ειδικότερα τη βιοσύνθεση των στερολών και των τερπενοειδών. Το 1975, όπως προαναφέρθηκε τιμήθηκε με το Νόμπελ Χημείας, μαζί με τον Κροάτη συνάδελφό του Βλαντιμίρ Πρέλογκ (1906-1998) , για τη συμβολή του στην ανάπτυξη τής στερεοχημείας. Συγκεκριμένα, μελέτησε τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο οι ιδιότητες μιας χημικής ένωσης επηρεάζονται από τη διάταξη τών ατόμων της στον χώρο.

Ο Τζον Κόρνφορθ πέθανε στο Μπράιτον της Αγγλίας, στις 8 Δεκεμβρίου 2013, σε ηλικία 96 ετών. Από τον γάμο του με την Χίλντα Χάραντενς, το 1941, είχε αποκτήσει τρία παιδιά.