Λουίζα Μέι Άλκοτ
1832 – 1888

Αμερικανίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως για το μυθιστόρημά της «Μικρές Κυρίες» (1868), δημοφιλές ανάγνωσμα του κοριτσόκοσμου για πολλά χρόνια.

Η Λουίζα Μέι Άλκοτ γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1832 στην πόλη Τζερμαντάουν της Πενσυλβάνιας, που σήμερα αποτελεί προάστιο της Φιλαδέλφειας. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα κορίτσια του εκπαιδευτικού και υπερβατικού φιλόσοφου Έιμος Μπρόνσον Άλκοτ (1799-1888) – χορτοφάγου, υπερμάχου των δικαιωμάτων των γυναικών και της κατάργησης της δουλείας – και της κοινωνικής λειτουργού Άμπι Μέι.

Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Κόνκορντ και τη Βοστώνη, όπου ο πατέρας της ίδρυσε ένα πειραματικό σχολείο. Από πολύ νέα συναναστρεφόταν τον Ναθάνιελ Χόθορν, τον Ραλφ Γουάλντο Έμερσον και τον Χένρι Ντέιβιντ Θόρο, τρεις σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες των ΗΠΑ, φίλους του πατέρα της, με τον οποίο μοιράζονταν τα ίδια φιλοσοφικά πιστεύω. Ο Υπερβατισμός ή Υπερβατολογοκρατία (Transcendentalism), τον οποίο πρέσβευαν, ήταν ένα χαλαρό φιλοσοφικό κίνημα που δημιουργήθηκε στη Νέα Αγγλία τον 19ο αιώνα και σε αδρές γραμμές πίστευε στην υπεροχή της διαίσθησης έναντι της λογικής και της εμπειρίας στην αποκάλυψη των βαθύτατων αληθειών.

Η Άλκοτ κατάλαβε πολύ γρήγορα πως ο πατέρας της ήταν χαμένος στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις και τα ουτοπικά κοινωνικά πειράματα («Fruitlands») και δεν είχε το πρακτικό πνεύμα που χρειαζόταν για να συντηρήσει την οικογένειά του. Έτσι, ξεκίνησε ο αγώνας της για την οικονομική επιβίωση της οικογένειάς της.

Από παιδί ακόμη έβγαζε χρήματα φτιάχνοντας ρούχα για κούκλες. Αργότερα δούλεψε ως ράφτρα, δασκάλα (δουλειά που απεχθανόταν), οικιακή βοηθός και συγγραφέας. Το πρώτο της βιβλίο ήταν μία συλλογή παραμυθιών με τίτλο «Παραμυθολούλουδα» («Flower Fables»,1854), που δεν ήταν άλλα από τα παραμύθια που έλεγε στην κόρη του Έμερσον, Έλεν.

Όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος, η Άλκοτ, που ήταν φανατική υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, κατατάχθηκε ως νοσοκόμα στο στρατό των Βορείων. Κόλλησε, όμως, τυφοειδή πυρετό και αναγκάστηκε να γυρίσει στο σπίτι της. Η υγεία της δεν αποκαταστάθηκε ποτέ εντελώς.

Το 1863 εξέδωσε σε βιβλίο τα γράμματά της, με τον τίτλο «Σκηνές του Νοσοκομείου» («Hospital Sketches»), με το οποίο γνώρισε την πρώτη της επιτυχία. Αμέσως μετά άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Atlantic Monthly», γράφοντας παιδικές ιστορίες. Όταν της ζητήθηκε από το περιοδικό να γράψει ένα βιβλίο για κορίτσια, στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως «δεν της άρεσαν τα κορίτσια, αλλά μόνο τα αγόρια».

Τελικά, όμως, πιεσμένη από τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς της, δέχθηκε κι έγραψε το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Μικρές Κυρίες» («Little Women», 1868-1869), ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία για κορίτσια που έχουν γραφεί ποτέ.

Το βιβλίο παρακολουθεί τις ζωές τεσσάρων προικισμένων αδελφών, που μεγαλώνουν στη Νέα Αγγλία την εποχή του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου. Η Μεγκ είναι όμορφη, η Τζο ταλαντούχα στο γράψιμο, η Μπεθ παίζει πιάνο και συνθέτει, ενώ η Έιμι ζωγραφίζει. Στην εξέλιξη του μυθιστορήματος τα τέσσερα κορίτσια αρχίζουν να διαμορφώνουν το χαρακτήρα τους και να γίνονται ολοκληρωμένες γυναίκες. Η μητέρα τους, που βρίσκεται στο κέντρο της ζωής τους, τους εμπνέει την πίστη στον εαυτό τους, τους διδάσκει τρόπους για να ξεπερνούν κάθε δυσκολία και τους μαθαίνει να είναι ειλικρινείς.

Οι «Μικρές Κυρίες» γνώρισαν αμέσως τεράστια επιτυχία κι έτσι το 1869 η Άλκοτ μπόρεσε να γράψει στο ημερολόγιό της: «Δόξα τω Θεώ, πλήρωσα όλα τα χρέη. Τώρα μπορώ νομίζω να πεθάνω ήσυχη».

Στή συνέχεια έγραψε κι άλλα βιβλία βασισμένα στις εμπειρίες των παιδικών της χρόνων: Ένα παλιομοδίτικο κορίτσι» («An Old - Fashioned Girl», 1870), «Το σακούλι της θείας Τζο» («Aunt Jo’s Scrap Bag», 1872-1882, 6 τόμοι), «Μικροί κύριοι» («Little Men», 1871) και άλλα.

Δύο σοβαρά μυθιστορήματα που έγραψε, το «Διαθέσεις» («Moods», 1864) – που ήταν και το αγαπημένο της – και το «Δουλειά» («Work», 1873), είχαν λιγότερη επιτυχία, όπως επίσης και το «Ένας σύγχρονος Μεφιστοφελής» («A Modern Mephistopheles», 1877).

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, τα μόνα που ήταν απαλλαγμένα από τις οικονομικές δυσκολίες, σκιάστηκαν από το θάνατο της αδελφής της Ελίζαμπεθ (της Μπεθ των «Μικρών Κυριών»), της μητέρας της και της μικρότερης αδελφής της Μέι, την κόρη της οποίας ανέλαβε η ίδια να μεγαλώσει.

Καταβεβλημένη από την αρρώστια της και υποφέροντας από συνεχείς πόνους, η Λουίζα Μέι Άλκοτ πέθανε στις 6 Μαρτίου 1888, δύο ημέρες μετά το θάνατο του πατέρας της.

Βιβλία της Άλκοτ στα Eλληνικά

  • Μικρές Κυρίες
  • Η κληρονομιά
  • Το παιδί του τσίρκου
  • Μικροί Κύριοι
  • Ένα ρομαντικό κορίτσι
  • Μοιραία ερωτική καταδίωξη
  • Πίσω από την μάσκα