Κάλαντα

Εισαγωγή

«Κάλαντα», Νικηφόρος Λύτρας, 1872

Ευχετήρια και εγκωμιαστικά άσματα, που ψάλλουν τα παιδιά (ενίοτε και οι μεγάλοι) κατά τις παραμονές μεγάλων εορτών, όπως τα Χριστούγεννα (24 Δεκεμβρίου), η Πρωτοχρονιά (31 Δεκεμβρίου) και τα Θεοφάνια (5 Ιανουαρίου). Κάλαντα άδονται ακόμα στις εορτές του Λαζάρου και των Βαΐων, τα λεγόμενα Βαΐτικα. Αντίθετα, τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα.

Ετυμολογικά, η λέξη «κάλαντα» προέρχεται από τη λατινική calendae (καλένδες στα ελληνικά), που σημαίνει τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα. Ειδικά, οι Καλένδες του Ιανουαρίου ήταν μέρες γιορτής για τους Ρωμαίους, λόγω της έλευσης του νέου χρόνου. Τα Κάλαντα έλκουν την καταγωγή τους από παρόμοια αρχαία τραγούδια του αγερμού και της ειρεσιώνης και είχαν κοσμικό χαρακτήρα. Η Εκκλησία κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευε ή απέτρεπε αυτό το έθιμο ως ειδωλολατρικό και το είχε καταδικάσει με απόφαση της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου το 680 μ.Χ. Οι συμμετέχοντες στο έθιμο των Καλάντων αποκαλούνταν «Μηναγύρτες». Με την πάροδο του χρόνου τα Κάλαντα απέκτησαν θρησκευτικό περιεχόμενο, ανάλογο με την κάθε γιορτή.

Σώζονται πολλές παραλλαγές από κάλαντα, άλλα σε δημοτική γλώσσα και άλλα σε μισοκαθαρεύουσα. Ανάλογα με τον τόπο και τις εποχές, τα παιδιά που ψάλλουν τα κάλαντα κρατούν συνήθως πολύχρωμα φαναράκια, καράβια ή εκκλησίες φωτισμένες εσωτερικά, σιδερένια τρίγωνα ή ραβδιά στολισμένα με λουλούδια σαν τους αρχαίους θύρσους. Οι μεγάλοι συνοδεύουν με μουσική υπόκρουση το τραγούδι τους και έχουν μαζί τους και καλάθια, όπου βάζουν τα δώρα που τους φιλεύουν. Τα όργανα που κυριαρχούν είναι η φυσαρμόνικα, το τύμπανο, το τουμπελέκι, η τσαμπούνα και άλλα πνευστά όργανα.

Ο λαός δέχεται με συμπάθεια τους καλαντιστές, που προσδίδουν στις γιορτές ιδιαίτερη χάρη και ευθυμία.