Η μοιραία διαρροή αερίου στο Μποπάλ

Στις 3 Δεκεμβρίου 1984 δηλητηριώδη αέρια διέφυγαν από το εργοστάσιο της αμερικανικής πολυεθνικής Union Carbide στο Μποπάλ της Ινδίας, με αποτέλεσμα πάνω από 2.000 άνθρωποι να χάσουν την ζωή τους και αρκετές χιλιάδες να τραυματισθούν. Πρόκειται για το χειρότερο βιομηχανικό δυστύχημα στην ανθρώπινη ιστορία.

Το εργοστάσιο πρωτολειτούργησε το 1969 και παρήγαγε φυτοφάρμακα για τον διαρκώς αναπτυσσόμενο αγροτικό τομέα της Ινδίας. Στο εταιρικό σχήμα συμμετείχε η Union Carbide με το 51% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ το υπόλοιπο 49% κατείχαν η ινδική κυβέρνηση και τοπικές τράπεζες. Το Μποπάλ, πόλη της κεντρικής Ινδίας, είναι πρωτεύουσα του κρατιδίου Μάντια Πραντές και σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος. Την εποχή του δυστυχήματος είχε περί τους 700.000 κατοίκους (σήμερα προσεγγίζουν τα 2.000.000).

Από την αρχή σχεδόν της λειτουργίας του εργοστασίου ήταν έντονα τα παράπονα εργαζομένων και περιοίκων για φαινόμενα μόλυνσης του περιβάλλοντος, τα οποία είχαν επισημάνει οι τοπικές συνδικαλιστικές ενώσεις, χωρίς όμως να εισακουστούν. Ώσπου τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 3ης Δεκεμβρίου του 1984, 45 περίπου τόνοι μεθυλοϊσοκυανικού οξέος (MIC), ενός επικίνδυνου αερίου που χρησιμοποιείται για την παρασκευή εντομοκτόνων, εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα.

Το αέριο απλώθηκε γρήγορα πάνω από τις πυκνοκατοικημένες συνοικίες που γειτνίαζαν με το εργοστάσιο, επιφέροντας ακαριαίο θάνατο σε πολλούς κατοίκους. Οι πιο πολλοί ξύπνησαν έντρομοι κάνοντας εμετό και παραπονούμενοι για ζαλάδες, πονόλαιμους και κάψιμο στα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία με δύσπνοια, αφρούς και απώλεια όρασης. Οι δρόμοι της πόλης γέμισαν από νεκρά ζώα και πουλιά, την ίδια ώρα που δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι προσπαθούσαν να διαφύγουν από την πόλη.

Ο απολογισμός της μοιραίας διαρροής ήταν αποκαλυπτικός για το μέγεθός της: 2.259 κάτοικοι του Μποπάλ έχασαν την ζωή τους,σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ινδικής κυβέρνησης, ενώ τα στοιχεία της τοπικής κυβέρνησης του κρατιδίου, τούς ανέβασαν σε 3.787. Οι τραυματίες ανήλθαν σε 558.125, από τους οποίους οι 13.900 παρουσίασαν μόνιμα προβλήματα αναπηρίας.

Ο πρόεδρος της μητρικής εταιρείας Γουόρεν Άντερσον, συνελήφθη μόλις έφθασε στην Ινδία και κατηγορήθηκε για εγκληματική αμέλεια, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με χρηματική εγγύηση, λίγες ώρες αργότερα. Η επίσημη θέση της εταιρείας ήταν ότι επρόκειτο για σαμποτάζ, αλλά, οι κατοπινές έρευνες έδειξαν ότι η κακή λειτουργία και οι ελλιπείς κανόνες ασφαλείας του εργοστασίου οδήγησαν στην καταστροφή. Τό παραδέχθηκε και ο διευθυντής του εργοστασίου, που ανέφερε ότι το αέριο διέρρευσε όταν μια βαλβίδα της δεξαμενής έπαψε να λειτουργεί σωστά, εξαιτίας της αύξησης της πίεσης.

Ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ρατζίβ Γκάντι δήλωσε ότι η καταστροφή ήταν το αποτέλεσμα ενός «ανεξέλεγκτου σχεδιασμού» και ότι θα ζητήσει αποζημίωση από την εταιρεία. Λίγο αργότερα, μια αγωγή για αποζημίωση της τάξης των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων υπεβλήθη κατά της Union Carbide. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, τον Φεβρουάριο του 1989 η εταιρεία συμφώνησε να καταβάλλει αποζημίωση ύψους 480 εκατ. δολαρίων (1 δισ. δολάρια με τιμές 2018). Στο ποινικό σκέλος της τραγωδίας, η Ινδία δεν κατόρθωσε να πετύχει την έκδοση του Άντερσον από τις ΗΠΑ προκειμένου να δικασθεί για ανθρωποκτονίες εξ αμελείας και στράφηκε κατά στελεχών της επιχείρησης, επτά από τα οποία καταδικάστηκαν, τον Ιούνιο του 2010, σε φυλάκιση δύο ετών και χρηματική ποινή 2.000 δολαρίων έκαστος.

Η Union Carbide, περισσότερο γνωστή στο ευρύ κοινό από τις μπαταρίες UCAR, πήρε την κάτω βόλτα και τα επόμενα χρόνια έγινε αντικείμενο πολλαπλών διασπάσεων και εξαγορών.