Υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι

Δύο Ιταλοί αναρχικοί, μετανάστες στις ΗΠΑ, καταδικάζονται σε θάνατο για ληστεία μετά φόνου και εκτελούνται, την δεκαετία του 1920. Η δίκη τους συντάραξε την Αμερική και ο απόηχός της φθάνει μέχρι τις μέρες μας.

Ο Νίκολα Σάκο (1891-1927) και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι (1888-1927) μετανάστευσαν από την Ιταλία στις ΗΠΑ το 1908 και γνωρίστηκαν σε μια διαδήλωση το 1917. Ο μεν Σάκο δούλευε ως τσαγκάρης και νυχτοφύλακας, ο δε Βαντσέτι ως ψαράς στην ευρύτερη περιοχή της Βοστώνης. Και οι δυο ήταν δεδηλωμένοι αναρχικοί και ασπάζονταν τις ιδέες περί επαναστατικής βίας του συμπατριώτη τους Λουίτζι Γκαλεάνι (1861-1931), μιας διεθνούς προσωπικότητας του αναρχικού κινήματος. Οι οπαδοί του είχαν πραγματοποιήσει αρκετές δυναμικές ενέργειες στις ΗΠΑ, με αποκορύφωμα την βομβιστική επίθεση στο σπίτι του Υπουργού Δικαιοσύνης Μίτσελ Πάλμερ, στις 2 Ιουνίου 1919.

Οι δύο φίλοι και συναγωνιστές, συνελήφθησαν στις 5 Μαΐου 1920 και κατηγορήθηκαν ότι λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 15 Απριλίου, είχαν δολοφονήσει στο Σάουθ Μπρέιντρι της Μασαχουσέτης τον ταμία ενός εργοστασίου υποδηματοποιίας και τον σωματοφύλακά του, με σκοπό να αποσπάσουν τα χρήματα τής μισθοδοσίας. Κατά την στιγμή της σύλληψής τους βρέθηκαν πάνω τους αναρχικά φυλλάδια και δύο πιστόλια. Και οι δυό τους αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι συμμετείχαν στην ληστεία.

Η δίκη τους για την ένοπλη ληστεία άρχισε στις 22 Ιουνίου 1920 ενώπιον του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης και την 1η Ιουλίου οι ένορκοι τούς κήρυξαν ενόχους και στις 16 Αυγούστου καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 15 ετών. Στις 21 Μαΐου 1921 οδηγήθηκαν και πάλι στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσουν την κατηγορία για τους δύο φόνους που επέσυρε την ποινή του θανάτου. Η απόφαση των ενόρκων εκδόθηκε στις 21 Ιουλίου και τους επέβαλε την εσχάτη των ποινών.

Αμέσως ξεκίνησε ένα διεθνές κύμα υπεράσπισης των δύο μελλοθάνατων, με προεξάρχουσα την Αριστερά. Πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν την αίσθηση ότι η ποινική διαδικασία δεν ήταν αμερόληπτη και ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν μάλλον για τις ριζοσπαστικές τους ιδέες παρά ως δράστες του φόνου. Κάθε προσπάθεια για επανάληψη τής δίκης απέτυχε.

Στις 18 Νοεμβρίου 1925, η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή, όταν ένας κατηγορούμενος για φόνο, ο Σελεστίνο Μεντέιρος, ομολόγησε ότι είχε συμμετάσχει στην ληστεία, την οποία είχε διαπράξει η συμμορία του Τζο Μορέλι. Όμως, το Ανώτατο Πολιτειακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης αρνήθηκε να διατάξει την επανάληψη της δίκης, λόγω προκυψάντων νέων στοιχείων, επειδή την σχετική αρμοδιότητα είχε μόνο ο δικαστής που προήδρευσε της δίκης.

Τότε επενέβη, ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Άλβαν Φούλερ, ο οποίος διόρισε μιαν ανεξάρτητη τριμελή επιτροπή για να εξετάσει την υπόθεση, επειδή είχαν διατυπωθεί ευθέως κατηγορίες για κακοδικία κατά του δικαστή Γουέμπστερ Θάγερ, γνωστού στην περιφέρειά του για τα αντικομουνιστικά του αισθήματα, που δεν δίσταζε να τα εκφράζει ακόμη και μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου

Στις 3 Αυγούστου 1927, ο κυβερνήτης Φούλερ αρνήθηκε να ασκήσει την εξουσία του για απονομή χάριτος στους δύο μελλοθανάτους, ευθυγραμμιζόμενος με την κρίση της συμβουλευτικής επιτροπής ότι ο Σάκο και Βαντσέτι είχαν τύχει μιας δίκαιης δίκης. Οι ογκώδεις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες και οι διεθνείς εκκλήσεις για την μη εκτέλεση της θανατικής ποινής δεν έφεραν αποτέλεσμα και ο Νίκολα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι εκτελέστηκαν στις 23 Αυγούστου 1927, επιμένοντας ως το τέλος για την αθωότητά τους.

Η συζήτηση της υπόθεσης τόσο σε νομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Τον Απρίλιο του 1959, το νομοθετικό σώμα της Μασαχουσέτης απέρριψε πρόταση του βουλευτή Αλεξάντερ Σέλα να συστήσουν στον κυβερνήτη πολιτείας να προβεί σε αναδρομική απονομή χάριτος στους Σάκο και Βαντσέτι.

Στις 23 Αυγούστου 1977, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Μασαχουσέτης και μετέπειτα υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ Μάικλ Δουκάκης, κατόπιν εισήγησης της νομικής υπηρεσίας της πολιτείας, εξέδωσε διακήρυξη με την οποία με την οποία αποκατέστησε μετά θάνατον τους Σάκο και Βαντσέτι.

Σχετικά

Η ιστορία των Σάκο και Βαντσέτι έχει απασχολήσει επανειλημμένα τον κόσμο της τέχνης. Πιο γνωστή είναι η μεταφορά στην μεγάλη οθόνη το 1971 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Τζουλιάνο Μοντάλντο, σε μουσική του Ένιο Μορικόνε και την Τζόαν Μπαέζ να ερμηνεύει το τραγούδι διαμαρτυρίας «Here’s to You».