Ολυμπιακός Ύμνος

Είναι ο επίσημος ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής. Ακούγεται κατά τις τελετές έναρξης και λήξης και συγκεκριμένα κατά την ώρα της έπαρσης και της υποστο­λής της Ολυμπιακής Σημαίας αντίστοιχα. Από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης (1960), ως Ολυμπιακός Ύμνος έχει επιλεγεί το ομώνυμο ποίημα του Κωστή Παλαμά, μελοποιημένο από τον Σπυρίδωνα Σαμάρα, ο οποίος ακούστηκε για πρώτη φορά στους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 και παιζόταν έως τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 1908.

Ανήμερα της ίδρυσης της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (23 Ιουνίου 1894), ανατέθηκε ομόφωνα η διοργάνωση των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής στην Αθήνα, κατόπιν προτάσεως του προέδρου της Δημητρίου Βικέλα. Στις 7 Ιανουαρίου 1895 συστάθηκε η οργανωτική επιτροπή με πρόεδρο τον διάδοχο του θρόνου και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνο. Κύριο μέλημά της ήταν η εξεύρεση πόρων για τη διοργάνωση των αγώνων στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της εποχής.

Δεν παραμέλησε όμως και τη δημιουργία του καλλιτεχνικού προγράμματος, που θα είχε βαρύνοντα ρόλο παράλληλα με το αγωνιστικό μέρος. Έτσι, με εισήγηση του Δημητρίου Βικέλα, ανέθεσε στον ποιητή Κωστή Παλαμά, το μεγάλο όνομα των ελληνικών γραμμάτων εκείνη την περίοδο και τον συνθέτη Σπυρίδωνα Σαμάρα, που μεσουρανούσε στα λυρικά θέατρα της Ευρώπης, τη σύνθεση ενός κομματιού που θα παιζόταν στην τελετή έναρξης των Αγώνων.

Η σύνθεση των Σαμάρα / Παλαμά με τον τίτλο «Ολυμπιακός Ύμνος», που εξυμνούσε το αρχαίο πνεύμα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα τέλη Ιανουαρίου του 1896 σε εσπερίδα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», με τον συνθέτη και φιλόλογο Θεμιστοκλή Πολυκράτη στο πιάνο. Αργά το μεσημέρι της 25ης Μαρτίου 1896, λίγο μετά την κήρυξη της έναρξης των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης ιστορίας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, πρωτοακούστηκε στην οριστική του μορφή από ορχήστρα 200 μουσικών και χορωδία 200 μελών, με μαέστρο τον Σπυρίδωνα Σαμάρα, που ήρθε ειδικά γι’ αυτό το σκοπό από το Μιλάνο στην Αθήνα.

Ο «Ολυμπιακός Ύμνος» των Σαμάρα / Παλαμά παρέμεινε ο επίσημος ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων έως το 1912, οπότε αντικαταστάθηκε από το θριαμβευτικό εμβατήριο που έγραψε ο σουηδός συνθέτης Χέλμερ Αλεξάντερσον για τους αγώνες της Στοκχόλμης. Από τότε συνηθιζόταν σε κάθε Ολυμπιάδα ένα τοπικός συνθέτης να γράφει τον επίσημο ύμνο των αγώνων.

Το 1954 η ΔΟΕ προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό για τη σύνθεση του επίσημου Ολυμπιακού Ύμνου, βασισμένου στους στίχους των «Επινικίων» του Πινδάρου. Η επιτροπή, που απαρτιζόταν από μεγάλα ονόματα της λόγιας μουσικής, όπως η Νάντια Μπουλανζέ, ο Τζιανφραντσέσκο Μαλιπιέρο, ο Πάμπλο Καζάλς, ο Ααρών Κόπλαντ, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Κάρλος Τσάβες, επέλεξε τη σύνθεση του Πολωνού Μίχαλ Σπίζακ, η οποία παίχτηκε για πρώτη φορά στην τελετή έναρξης των Μεσογειακών Αγώνων της Βαρκελώνης το 1955 και στη συνέχεια στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Κορτίνα ντ’ Αμπέτσο (1956) και τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης την ίδια χρονιά.

Δεν πέρασαν παρά τρία χρόνια και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να επιστρέψει πίσω στις «ρίζες». Στη συνεδρίασή της στο Τόκιο, κατά τη διάρκεια των Ασιατικών Αγώνων του 1958 (24 Μαΐου1 Ιουνίου) καθιέρωσε, αρχής γενομένης από τους Ολυμπιακούς της Ρώμης (1960) τον «Ολυμπιακό Ύμνο» των Σαμάρα / Παλαμά ως τον επίσημο ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων που θα εκτελείται κατά την τελετή έπαρσης και υποστολής της Ολυμπιακής Σημαίας.