Ο Φραντζέσκος

Μέσα στην τάξη μου, Πρώτη Τάξη κοριτσίστικου δημοτικού σκολειού, βρισκότανε κι ένα κωμικό στοιχείο, ο Φραντζέσκος. Δηλαδή για τη δασκάλα και για τους μεγάλους ήτανε κωμικός, για τα κορίτσια θα ’τανε μοναχά αξιοπερίεργος. Δεν ήτανε ταχτικός μαθητής κι έτσι έμενε απαλλαγμένος κατά πολύ από τον ακατάπαυτο έλεγχό μου, πράμα που τον έκανε να ’ναι απειθάρχητος και να κινιέται μ’ απόλυτη άνεση μέσα στην τάξη. Έπειτα ήτανε και πάρα πολύ μικρός ακόμα, τέσσερω-πέντε χρονώ παιδί, που και να ’θελα να τον υποβάλω στον κανονισμό, δύσκολα θα το κατόρθωνα - ας αφήσουμε δα, που ένα τέτοιο πράμα θα ’τανε σωστή αμαρτία.
Είχε περίεργο μούτρο. Μια μύτη ζουλισμένη, δόντια καθόλου, φρύδια καθόλου, μόνο μάτια, κάτι μεγάλα και μαύρα μάτια. Το κεφάλι του ήτανε ξυρισμένο με την ψιλή μηχανή και στο πρόσωπό του με το δυσκολοκαθόριστο χρώμα έβλεπες όλες τις μεταβολές του καιρού: το λιόκαμα του καλοκαιριού δεν είχε προφτάσει να φύγει απ’ το πετσί του και το ’χαν βρει τα χειμωνιάτικα ξεπαγιάσματα. Απάνω εκεί γρατζουνιές, πεσίματα, κοντολογίς όλες οι κακοτυχιές των παιδιών της φτωχολογιάς. Το ασύδοτο του μέσα στην τάξη, καθώς και το ότι ήτανε το μοναδικό μας αγόρι, ήτανε αιτία ώστε τα κορίτσια να τον κοιτάζουν διαρκώς μ ’
ένα μάτι περίεργο, σαν να τον ερευνούσαν.
Ο Φραντζέσκος ερχότανε στο σκολειό μόνο και μόνο για να μη γυρίζει στους δρόμους. Η μάνα του, φτωχή χήρα γυναίκα, που ξενόπλενε με τη μέρα, με είχε βρει και μ’ είχε παρακαλέσει να τον αφήσω να ’ρχεται:
«Θα σας χρωστώ μεγάλη χάρη, κυρία Έλλη! Ας καθίζει εκειδά σε
καμιά γωνιά, μη μου γυρίζει στους δρόμους και κακομαθαίνει. Έτσι κι έτσι η κόρη μου έρχεται σε τούτο το σκολειό και μπορεί να τον πηγαινοφέρνει μαζί της».
Δέχτηκα, και την άλλη μέρα υποδέχτηκα τον Φραντζέσκο.
Πρωί πρωί κατάφτανε κάθε μέρα με την αδερφή του τη Μαργαρίτα, που πήγαινε στην Τετάρτη. Μόλις μπαίνανε στο προαύλιο, αυτός ξεχώριζε αμέσως και τραβούσε μόνος του για την τάξη του. Έμπαινε θριαμβευτικά, φώναζε μ ’ όλη του τη δύναμη και κοιτάζοντας αλλού «καλημέρα», και τραβούσε επίσημα για τη θέση του. Αν το θυμότανε, έβγαζε και το σκούφο του, έναν πολυβασανισμένο πρώην ναυτικό σκούφο, δίχως κορδέλα, δίχως γράμματα- αν και του ’ρχότανε μικρός, είχε τη μανία να τον χώνει ίσαμε τ ’ αφτιά του. Για να τον ξεκολλήσει, λοιπόν,
τον τραβούσε με δύναμη, και με μια περήφανη κίνηση του χεριού τον πετούσε κατά το παράθυρο. Αν δεν το θυμόταν, του το θύμιζαν τα κορίτσια.
«Ε, ε, ε, με το σκούφο θα κάτσεις;»
Αν δεν γινότανε ούτε το ένα ούτε το άλλο -κι αυτό ήταν το συνηθέστερο- ο Φραντζέσκος έμενε όλη την ημέρα με το σκούφο στο κεφάλι του. Κάθιζε στη θέση του και ύστερα από λίγο σταύρωνε τα μπράτσα του απάνω στο θρανίο και τον έπαιρνε δίπλα.
«Κυρία, κυρία, ο Φραντζέσκος κοιμήθηκε», φώναζαν τα κορίτσια.
«Μην τον ξυπνήσετε!» τους έλεγα. «Αυτό το καημένο είναι πιο μικρό από σας και δεν πειράζει πως κοιμήθηκε».
Τέσσερω χρονώ παιδί ήτανε και να ξεσηκώνεται χειμώνας καιρός να ’ρχεται στο σκολειό από τις οχτώ παρά είκοσι, έπεφτε βέβαια βαρύ πράμα- η Τετάρτη Τάξη μάλιστα πολλές φορές άρχιζε μάθημα και μια ώρα πριν από μας -άμα καλοκαίριαζε, η γυμναστική μεταφερόταν στις πρωινές ώρες 7 με 8, μέσα στη δροσιά η γυμναστική ήταν ευχάριστη - όμως ο δυστυχισμένος ο Φραντζέσκος, που τον κουβαλούσε η αδερφή του, ήταν υποχρεωμένος να ’ ρχεται κι αυτός αξημέρωτα. Είχε ανάγκη από ύπνο και τον άφηνα να κοιμάται και γι’ αυτό, και γιατί σαν ήτανε ξυπνητός, ενοχλούσε, πείραζε τις διπλανές του, τους τραβούσε τα μαλλιά τους, τους έπαιρνε τα κοντύλια τους, τους έσβηνε τα γραφτά...
Στην Πρώτη Τάξη η πρώτη ώρα ξοδεύεται να πουν τα παιδιά ένα ένα με τη σειρά το μάθημά τους και να δείξουνε στη δασκάλα τα γραφτά τους. Η διαδικασία αυτή γινόταν εντελώς ήσυχα και δίχως φασαρία, σα να ’τανε, για να μην ενοχλήσουμε τον ύπνο του Φραντζέσκου.Άμα τελειώσει η εξέταση των παιδιών, η δασκάλα αρχίζει να διδάσκει το παρακάτω. Η διδασκαλία των Ελληνικών στην Πρώτη Τάξη έχει μεγάλη ποικιλία και πολύ ενδιαφέρο, μα θέλει και τέχνη και κόπο. Ο δάσκαλος πρέπει να καταφέρει να κινηθούν όλα τα αισθητήρια του παιδιού, η ακοή, η όραση, η αφή, για να εντυπωθεί έτσι καλύτερα στο άπλαστο μυαλό το καινούργιο γράμμα που διδάσκεται. Σ ’ αυτό μου τον απερίγραπτο αγώνα, να μπορέσω να ξυπνήσω το ανθρώπινο κουτάβι,και στον αγώνα των παιδιών να καταφέρουν να νιώσουν τα ακατανόητα ιερογλυφικά που έγραφα και απάγγελνα, ο Φραντζέσκος εξακολουθούσε να κοιμάται. Έπειτα για να συμπληρωθεί η παράδοση, τα παιδιά έπρεπε να πουν μαζί μου το καινούργιο μάθημα: να γίνει η «εν χορώ» διδασκαλία. Η στιγμή αυτή είναι απολύτρωση και πανηγύρι: περάσαμε και τις σημερινές συμπληγάδες, πάει κι αυτό το γράμμα, το μάθαμε! Ξαλαφρωμένοι, δάσκαλος και παιδιά, απολαβαίνομε τους καρπούς των κόπων μας. Τριάντα στόματα ξεφωνίζουμε με κέφι κι ενθουσιασμό, όλοι μαζί, το καινούργιο μάθημα: Ρρρρ, ρα, ρε, ρι, ρο, ροοο - κα...
Μέσα σ’ αυτό το ταβατούρι και σ’ αυτόν το σαματά ξεξυπνούσε μια στιγμή αλαφιασμένος ο Φραντζέσκος. Χωρίς να χασομερήσει, παραζαλισμένος ακόμη από τον ύπνο, βιαζότανε να λάβει μέρος κι αυτός στο γλέντι και στο ξεφωνητό. Δίχως να προσέχει ούτε σε βιβλίο ούτε πουθενά, επαναλάβαινε κι αυτός μηχανικά τις συλλαβές και τις λέξεις, αγωνιώντας να προφτάνει, μα πάντα καθυστερημένος από τ ’ άλλα παιδιά και πάντα έξω από το ρυθμό. Έτσι, η φωνή του ξεχώριζε και γιατί ήτανε έξω νου και τόπου, μα και γιατί ήτανε αγορίστικη - χοντρή και βραχνή.
«Μα, κυρία, δε λέτε του Φραντζέσκου να σωπάσει. Δεν τον ακούτε
πώς κάνει; Αυτός μας τα χαλά».
Σ’ ό,τι τον βοηθούσαν τα τέσσερά του χρόνια ήθελε κι αυτός, στο κατά δύναμη, να παίζει το ρόλο ταχτικού μαθητή. Η «εν χορώ» διδασκαλία ήτανε έξοχη ευκαιρία για τη φιλοδοξία του και λάβαινε μέρος με προθυμία. Και σ’ άλλα μαθήματα όμως δεν έμενε πίσω και φιλοτιμιόταν να δείχνει πως δεν ήταν ολότελα άχρηστος. Είχε οικονομήσει ένα κομμάτι σπασμένη πλάκα, εγώ του είχα δώσει ένα κοντύλι, και μόλις έλεγα «τοιμαστείτε για γράψιμο!» έπαιρνε κι αυτός φροντισμένο ύφος και με ολότελα μαθητική αεικινησία τοίμαζε τα υλικά της γραφής, ψάχνοντας να τα βρει στα βάθη της πάνινης σάκας του. Έγραφαν τα κορίτσια, έγραφε κι αυτός. Αδιάφορο τώρα το τι έγραφαν εκείνα και το τι έγραφε ο Φραντζέσκος. Αυτός, σαν να τον είχες κουρντισμένο, έπιανε κι έκανε κουλουράκια κουλουράκια, ώσπου γέμιζε το κομμάτι την πλάκα του κι από τις δυο μεριές.
Και στην ωδική επίσης ήτανε πρώτος και καλύτερος· ήτανε, να πούμε, ο μπάσος μας, και μάλιστα με τον ιμπρεσσιονίστικο τρόπο που εννοούσε αυτός τη διφωνία. Στην ιχνογραφία έδειχνε πως κάτι έπαιρνε χαμπάρι κι απ’ αυτή, αντιλαμβανότανε άκρες μέσες τα θέματα: Παίρναμε, να πούμε, από τη λεμονιά της αυλής ένα φύλλο για να το ζωγραφίσουμε, το ζωγράφιζε κι αυτός. Δηλαδή έκανε ένα κουλούρι, στη μέση μέση της πλάκας τούτη τη φορά, και μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα. Του κολλούσε και μια γραμμή απ’ όπου του κάπνιζε -το μίσχο δα- και να το ολοζώντανο το λεμονόφυλλο.
Μόνο στη γυμναστική προδινότανε ο Φραντζέσκος πως ήταν της
προσκολλήσεως. Ακολουθούσε πίσω πίσω, τελευταίος και μοναχός. Οι
μαθήτριες «ανά ζεύγη» πήγαιναν ταχτικά, με το βήμα - εν δυο, εν δυο. Του Φραντζέσκου τα πόδια ήσανε και πιο μικρά, δεν μπορούσε να βρει
και το βήμα, πήγαινε και μόνος του, τέλος πάντων έμενε πίσω. Κάθε τόσο που έβλεπε πως τα κορίτσια είχανε προχωρήσει κι είχε παραπομείνει, έπαιρνε μια τρεχάλα και κολλούσε στην ουρά. Δεν περνούσε όμως πολύ και να τόνε πάλι μοναχός κι έρημος ο Φραντζέσκος, στην αγωνία να καταφέρει να προφτάσει τη γραμμή. Μόνο με το γενικό σταμάτημα τέλειωναν τα βάσανά του. Τότε τον έβλεπες ικανοποιημένο και γελαστό, να παίρνει βαθιές ανάσες. Με το ((βήμα σημειωτόν» όμως τα ’φερνε πάλι σκούρα, δεν καταλάβαινε τι τρέχει, κι αντίς να κάνει κείνο που έπρεπε, τίναζε τα πόδια του προς τα πίσω, όπως του ’ρχόταν βολικότερο.
Το μεγάλο γλέντι γινότανε στην αριθμητική. Είχα πει σε κάθε παιδί και κρατούσε μαζί του ένα σπιρτοκούτι με ξερά φασόλια. Αυτό είχα βρει εύκολο, απλό και αποτελεσματικό μέσο για να μπορούν όλα τα παιδιά μαζί να δουλεύουν και να αυτενεργούν. Μάλιστα είχα αρχίσει από κουκκιά, που ήσαν μεγάλα και πιττακωτά και δεν τους γλιστρούσαν, μα τα μασούλιζαν σιγά σιγά και άδειαζε το σπιρτοκούτι. Αυτά τα φασόλια διασκέδαζαν τον Φραντζέσκο όσο δεν παίρνει. Τα ξάπλωνε στο θρανίο και εκεί που εμείς αγωνιζόμασταν να ξεδιαλύνουμε ποια τέλος πάντων ήσανε πιο πολλά, τα έξι ή τα εφτά, αυτός έφτιανε στρατούς, αυλές, σπίτια,
ό,τι θέλεις. Ή του χύνονταν χάμω, πράμα που άμα συνέβαινε, τον χάναμε από την τάξη. Εξαφανισμένος στους υπόγειους κόσμους των θρανίων έτρεμε για να προφτάσει να ξαναμαζέψει τα φασόλια του, προτού χτυπήσει το κουδούνι και του γίνει ρεμούλα από τις άλλες.
Σα λέγαμε κανένα παραμυθάκι, θρησκευτική ιστορία, διήγηση τέλος, παρακολουθούσε ως ένα τέταρτο καλά καλά, έπειτα κουραζόταν, το μάτι του άλλαζε έκφραση, και με μια επαναστατική και περιφρονητική μαζί κίνηση του κεφαλιού, γύριζε κατά το παράθυρο να ξεσκάσει. Από κει κι έπειτα έπαυε να ενδιαφέρεται για μας και για το τι λέγαμε. Συχνά μάλιστα έβγαζε το ψωμάκι του και το μασούσε σιγά σιγά, κοιτάζοντας έξω τους ανοιχτούς ουρανούς και κάνοντας να περνούν πιο εύκολα αυτές οι δύσκολες ώρες.
Αλλά μήπως ήτανε φιλότιμος μόνο στα μαθήματα; Αν έδινα καμιά
παραγγελιά, και σα δασκάλα όλο και παραγγελιές έδινα, ο Φραντζέσκος
μελαγχολούσε μη ξέροντας αν θα μπορέσει να βγει ασπροπρόσωπος.
«Το απόγευμα να μην ξεχάσετε τις βελόνες σας και τις κλωστές
σας!»
Το απόγεμα πρώτος ο Φραντζέσκος σηκωνόταν να δικαιολογηθεί:
«Εγώ, κυρία, ζήτησα της μητέρας μου κλωστή και βελόνα, μα δε
μου δίνει. Ας μου λείπει», λέει, «το ράψιμο...»
«Μα, παιδί μου, δε σας το ’πα τόσες φορές, πως δε σας αγαπώ, άμα έχετε βρώμικα χεράκια;»
Ο Φραντζέσκος, κρύβοντας τα χέρια του κάτω από το θρανίο, περίμενε το κουδούνι του διαλείμματος. Μόλις τ ’ άκουγε, ξεπετιόταν και έτρεχε βιαστικός να μπει κάτω απ’ τη βρύση. Όταν μου ξαναγύριζε στην τάξη, ήτανε μούσκεμα, και τα νερά τρέχανε από το κεφάλι του ως κάτω.
«Εγώ, κυρία Έλλη, πλύθηκα κι είμαι καθαρός καθαρός».
Πολλές φορές, την ώρα που φεύγαμε, ο Φραντζέσκος με σταματούσε, όπως έβλεπε να κάνουνε τα κορίτσια καμιά φορά, και με ρωτούσε:
«Τι μας είπες να γράψουμε για αύριο;» Ενώ δα δεν έγραφε ποτέ του
στο σπίτι του. Ή «θα πάμε αύριο περίπατο;». Ή «κάνομε αύριο σκολειό;». Αυτό το τελευταίο το ρωτούσε ταχτικά, πρωί και απόγεμα. Κάθε πρωί ρωτούσε αν κάνουμε σκολειό το απόγεμα και κάθε απόγεμα αν κάνουμε την άλλη μέρα.
Αυτές τις ερωτήσεις τις θεωρούσε, φαίνεται, απαραίτητα μαθητικά
σημάδια, χαρακτηριστικά κάθε αληθινού μαθητή.

Σαν κόντεβαν οι γιορτές του Πάσχα, επισκέφτηκαν ένα πρωί την τάξη
μου τρεις κυρίες.
«Δεσποινίς, η Σχολική Επιτροπή της οποίας είμεθα μέλη πρόκειται
να ντύσει τρία από τα παιδιά σας, εκείνα που κατά την αντίληψή σας
είναι τα φτωχότερα. Σας αφήνομε τα τρία αυτά τεμάχια το λινό, να τα
διαθέσετε όπως νομίζετε καλύτερα».
Ήξερα όλα τα παιδιά πολύ καλά και δίχως προσπάθεια βρήκα εκείνα που έπρεπε να πάρουν λινό. Ένα από αυτά θα ήταν ο Φραντζέσκος. Αφότου τον είχα γνωρίσει, το Σεπτέμβρη, και βρισκόμαστε στο Μάρτη τώρα, φορούσε ένα στερεότυπο σταυρωτό παλτουδάκι. Από την τριμμένη του γούνα και τα ένα δυο κουμπιά που του απόμεναν, μαντευόταν αμέσως η αριστοκρατική του καταγωγή. Αυτό φορούσε ο Φραντζέσκος και ένα άσπρο ρουχαλάκι, σαν πουκάμισο να πούμε, απομέσα. Άμα κάθιζε, άνοιγε το παλτό και τότε φαίνονταν τα ποδαράκια του, γυμνά ως απάνω.
Από μακριά αναγνώριζε το ζευγάρι της Μαργαρίτας και του Φραντζέσκου. Η Μαργαρίτα φορούσε μια φανελένια ποδιά κατακόκκινη, και στους ώμους ένα άσπρο, από εγχώριο μαλλί, πολυμαυρισμένο σάλι. Στα πόδια της είχε ένα ζευγάρι παντόφλες μεγάλες. Ο Φραντζέσκος ήτανε ξυπόλυτος, μα με το σκούφο.
Στις έντεκα, μετά το γενικό σκόλασμα, κράτησα πίσω τα τρία παιδιά που προόριζα για τις ποδιές. Με λίγα λόγια έδωσα στο καθένα το λινό του. Τα δυο κοριτσάκια το πήραν κι έφυγαν. Ο Φραντζέσκος πήρε το λινό και το αγκάλιασε με τα δυο του χέρια σφιχτά σφιχτά. Έτσι κρατώντας το όλη την ώρα τριγύριζε στην αυλή πάνω κάτω, περιμένοντας τη Μαργαρίτα, που θα σκολνούσε στις δώδεκα.
Το απόγεμα αυτής της μέρας είχαμε γυμναστική. Το κουδούνι είχε χτυπήσει από ώρα, μα ο Φραντζέσκος δεν είχε φανεί ακόμη. Εγώ με τα κορίτσια βρισκόμασταν στην αυλή και παίζαμε, πιασμένοι όλοι, σ’ έ­να μεγάλο κύκλο. Εκεί, καταφτάνει και το ζευγάρι. Ο Φραντζέσκος ερχότανε έχοντας πάλι αγκαλιασμένο σφιχτά το λινό, όπως όταν έφυγε το μεσημέρι.
«Πήγαινε, παιδί μου, μέσα, άφησε την ποδίτσα σου στο θρανίο κι έλα να πιάσεις στον κύκλο».
Ο Φραντζέσκος τα κατέβασε.
«Πήγαινε και άφησέ την απάνω στην έδρα, στην καρέκλα μου».
Ο Φραντζέσκος, με τα μάτια κάτω, τοιμαζότανε να κλάψει. Καταλάβαινα πως του ’κάνε κόπο να χωριστεί το λινό, ίσως φοβότανε μήπως του το πάρουν...
«Ε, δεν πειράζει», είπα εγώ τότε, «πιάστε το Φραντζέσκο από το μπράτσο- το ίδιο κάνει».

Την άλλη μέρα με κάλεσε η Διευθύντρια στο γραφείο.
«Σας εκάλεσα», μου λέει, «διά να μου ανακοινώσετε τα ονόματα των παιδιών, εις τα οποία δώσατε τις ποδιές».
«Μάλιστα. Ελένη Χριστινάκη, Μαρία Παρασυράκη, Φραντζέσκος Δεβάρης».
«Τι είναι αυτός;» με ρωτά η διευθύντρια.
«Ένα καημένο παιδί εκειδά...»
«Ναι, δεν εννοώ αυτό, είναι εγγεγραμμένος εις τον κατάλογον;»
«Όχι!»
«Μα τότε πώς του δώσατε το λινό; Δεν ξέρετε ότι αι Σχολικαί Επιτροπαί συντρέχουν μόνο τους εγγεγραμμένους μαθητάς;»
«Δεν το ήξερα...»
«Το φαντάζομαι! Όμως τώρα τι θα γίνει; Αν το αναφέρωμεν, αποδεικνύεται ότι έχομεν εγγεγραμμένα και άρρενα, όπερ προσκρούει εις τον Νόμον, τον απαγορεύοντα την συμφοίτησιν των δύο φύλων. Αν δεν αναφερθεί διόλου, είναι ως εάν υπεξηρέθη το λινόν. Μία λύσις υπάρχει,να αντικατασταθεί το όνομά του δι’ άλλου. Θα με αναγκάσετε δηλαδή να ψευσθώ ενώπιον της Επιτροπής. Τέλος πάντων σεις διαρκώς θα με μπερδεύετε. Αλλά εκτός τούτου πώς τον δεχθήκατε άνευ της εξουσιοδοτήσεώς μου;»
«Είμαι πρωτόπειρη, κ. Διευθύντρια, και δεν ήξερα πως γι’ αυτό το απλό πράμα χρειαζότανε άδεια».
«Α, έτσι...» είπε χαμογελώντας. «Να μεταχειρίζεται κανείς το σχολείο για να κάνει ρουσφέτια είναι απλό πράγμα; Έπειτα δεν έχομε και περίσσιες θέσεις - είναι μία κακή αρχή. Να μην ξανάρθει, παρακαλώ. Αν δυσκολεύεστε να το πείτε, λέτε στη Μαργαρίτα ότι είναι δική μου απαίτησις».
Έφυγα κι έτρεμα όλη· δεν ξέρω, ήμουν μικρή, δεν είχα πείρα του κόσμου, πρώτος χρόνος που υπηρετούσα, μα όλα τούτα μου φαίνονταν εντελώς αναπάντεχα. Σα να μην έβγαιναν από ανθρώπινο στόμα τα λόγια της Διευθύντριας. Πώς να πω στον Φραντζέσκο να μην ξανάρθει! Και να το συλλογίζομαι μου ’κάνε κόπο. Ευτυχώς εκείνο το πρωί ο Φραντζέσκος δεν είχε ’ρθει -μα το απόγεμα;- πάντα θα 'ρχότανε μια φορά...

Ήτανε πια τέλος του χρόνου, η τάξη μου είχε τώρα καθορισμένη φόρμα στο σύνολο και στις λεπτομέρειες. Οχτώ μήνες από το πρωί ως το βράδυ μαζί, είχαμε γνωριστεί όλοι μας εκεί μέσα και είχαμε αγαπηθεί. Μέσα σ’ όλους ξεχώριζε ο Φραντζέσκος με ιδιαίτερη ατομικότητα' και τώρα που ’χε βγει η καταδίκη του, τώρα τον έβρισκα πιο απαραίτητο απ’ όλους. Αν έφευγε αυτός, θα άλλαζε όψη η τάξη μου, θα άλλαζε χρώμα.Μα και καμιά σωτηρία δεν έβλεπα.
Ωστόσο, το ζευγάρι δεν ήρθε ούτε το απόγεμα, ούτε την άλλη μέρα, ούτε την παράλλη. Την Παρασκευή κατά τις 81/2 είδα τη Μαργαρίτα να περνά στην αυλή. Φορούσε πάλι την κατακόκκινη ποδιά της, αλλά αντίς το σάλι της είχε ένα μαύρο τσεμπέρι σφιχτοδεμένο στο κεφάλι.
«Μαργαρίτα!» της φώναξα. «Τι γινήκατε τόσες μέρες; Πού είναι ο
Φραντζέσκος;»
«Πέθανε, κυρία Έλλη».
«Πέθανε; Τι λες; Πώς;»
«Από ιλαρά».
«Και γιατί δεν ήρθες να μας το πεις... Εμείς και γιατρό μπορούσαμε να του στέλναμε...»
«Μα δεν προφτάξαμε, κυρία», είπε η Μαργαρίτα και πλημμυρίσανε κι αυτηνής τα μάτια της. «Θυμάστε τη βραδιά που κάνατε τη γυμναστική; Εκείνο το βράδυ αμέσως αρρώστησε και σε δυο μέρες πέθανε.Και να δείτε που ως την τελευταία του στιγμή κρατούσε το λινό σφιχταγκαλιασμένο έτσι με τα δυο χέρια του».

Έλλη Αλεξίου
Έλλη Αλεξίου (1894 - 1988)

ελληνίδα συγγραφέας.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ