Οι Δυο Δράκοι

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέον Άστυ στις 8 Αυγούστου 1906.

   Δύο κοριτσάκια κι εν αγόρι είχεν έως της ώρας η κυρα-Αχιλλέινα. Η Βαγγελίτσα, η μεγαλειτέρα, επτά ετών, ήρχετο πολύ συχνά το πρωί, όταν ήθελα ξυπνήσω, στην πόρτα μου, κα μου εγύρευε πεντάρες. Δεν έπταε, διότι την είχα κακομάθει εγώ. Η Δώρα, η μικρή, επίσης ήρχετο, κα μου εγύρευε κοκά. Ενθυμείτο ακόμη, με την μικράν βραχείαν μνήμην της, από τον περασμένον χρόνον, όταν είχα γυρίσει από την πατρίδα, κα είχα φέρει ένα κόφινον γεμάτον από μοσχοκύδωνα καί μήλα φερίκια, καί μη ευρίσκων ηδονήν να τα τρώγω, τα εμοίραζα επί ημέρας κάθε πρωί εις τα παδία της γειτονιάς.
   Είχα πιάσει δωμάτιον τότε, επί τινας μήνας, εντός της γειτονικής αυλής ―παραπλεύρως της οικίας όπου εκατοίκουν τώρα― την οποίαν κατείχεν, υπενοικιάζουσα τα διάφορα δωμάτια, η κυρα-Αχιλλέινα. Την χρονιάν εκείνην, καθ᾿ ον καρόν εκατοικούσα εκεί μέσα, είχε γεννήσει αύτη το τέταρτον τέκνον της, άρρεν. Ήτο υψηλή, μαυρειδερή, σκελετώδης· το πρόσωπόν της ωμοίαζε με σκυλίσιο, κατά γράμμα, ίσως ένεκα της άκρας ισχνότητός της. Ο μαστρο-Αχιλλέας, ομοιάζων ως αδελφός με αυτήν κατά την φωνήν κα το είδος, ειργάζετο ως σκυτοτόμος ολίγον παραπέρα, σιμά εις το σταυροδρόμι. Συνήθως εδούλευεν από το πρωί έως το απόγευμα. Περί το δειλινόν, σχεδόν τακτικά, δύο ή τρεις φίλοι του, άεργοι, παρακολουθούντες την εργασίαν του, κα συμπεραίνοντες ως πόσα λεπτά θα είχε πιάσει, τον επλησίαζαν, εκολλούσαν επάνω του, του εγίνοντο φόρτωμα, τον ηρέθιζαν, κα τότε αυτός έως το βράδυ εχαλνούσε τα ολίγα λεπτά, κι έπινε μαζί τους εις την πρώτην γειτονικήν ταβέρναν. Συνήθως τον εδελέαζον με εν πρώτον κέρασμα εκ μέρους των, κα τότε εκείνος ειλκύετο, εκουρδίζετο, κι επειδή αυτοί δεν εκερνούσαν πλέον, αυτός κα μόνος έως το βράδυ είχε «τό πρόσταγμα».

  Μίαν πρωίαν, εκείνην την προλαβούσαν χρονιάν, όταν η Αχιλλέινα ήτο έγκυος εις τον μήνα της, μου έστειλε την Ευαγγελίτσαν, ενώ μόλις είχον ανοίξει την θύραν μου. Η μικρά, κρατούσα χαμηλωμένον το βλέμμα κάτω εις το λιθόστρωτον της αυλής, μου λέγει·
   ― Είπε η μαμά, να της δώσης ένα τάλληρο δανεικό, κα το σφαλάτε στο νοίκι.
   ― Καλά…
   Έδωκα εν χάρτινον πεντάφραγκον. Την άλλην ημέραν η Αχιλλέινα ήλθε μέχρι της θύρας του δωματίου μου, κα μ᾿ ευχαριστούσε.
   ― Α! τι καλοί άνθρωποι που βγαίνουν από τον τόπο σας! μου λέγει (διότι είχε μάθει κατά συγκυρίαν τ᾿ όνομα της πατρίδος μου). Είχα ένα νοικάρη προ χρόνων, εξηκολούθησεν, εις εν᾿ άλλο σπίτι, κυρ Γιώργη τον ελέγανε. Είχε μαγαζάκι εδώ πάνω, στον πλαγινό δρόμο. (Περιέγραψε το πρόσωπον, ώστε εγώ τον ανεγνώρισα πράγματι). Τί γίνετα τώρα; Είνα φευγάτος από την Αθήνα; Ξέρεις τι απόγινε;
   ― Νομίζω, στο Λαύριο επήγε, είπα εγώ. Ως φαίνετα, τα εμπόριά του δεν επρόκοψαν, κα τώρα εργάζετα στα μεταλλεία.
   ― Έτσι; Α! κρίμα, τι καλός άνθρωπος! Είχε φέρει κα την φαμίλια του απ᾿ την πατρίδα. Μια γυνακούλα καλή, φρόνιμη· όμορφη δεν ήτον, μα η γνώμη της ― ένα κομμάτι μάλαμα. Μα έτρωγε ξύλο, αλήθεια!… Α, Θεέ μου, τι θυμός ήτο εκείνος τ᾿ ανδρός της! Τί τουρκογένατο! Δαμόνιο, άλλο πράμα! Την έδερνε, την εστουμπούσε, καθώς ήτο γερμένη στο κρεβάτι, άρρωστη, ύστερα την έρριχνε κάτω στο πάτωμα, κα την χτυπούσε με τα χέρια, την κλωτσούσε με τα πόδια, την αφάνιζε, την έλυωνε. Κα θαρρώ πως ήτο κα γγαστρωμένη, δυό-τρίω μηνών. Πως εβαστούσε, η χριστιανή, τόσο ξύλο!… Κρίμα! ζήλεια ήτο τάχα, τι να ήτο; Τι δαμόνιο τον έπιανε;… Τέτοιος καλός άνθρωπος!

   Εις την αρχήν του άλλου μηνός, κα του μεθεπομένου ακόμη, εννοών εγώ ότι η γυνή υπέφερε μεγάλως, καθότι ο μαστρο-Αχιλλέας πολύ ολίγα λεπτά έφερνε, ως φαίνετα, στο σπίτι, ηθέλησα να ξεχάσω το πεντάδραχμον, κι έδωκα ολόκληρον το ενοίκιον. Εν τω μεταξύ η Αχιλλέινα είχε γεννήσει, κα μάλιστα είχε σαραντίσει ήδη. Εκείνας τας ημέρας, ενώ ήνοιγα, μίαν πρωίαν, την θύραν μου δια να εξέλθω, η μικρή Δώρα ήλθε κι εστάθη εις το κατώφλιον.
   ― Είπε μαμά νά ᾽θης πίτσι, μου λέγει.
   Εκλείδωσα την θύραν μου, καθώς εξήλθα, εγύρισα προς το βάθος της αυλής, κι έφθασα μέχρι της θύρας του εσωτέρου οικήματος, εστάθην κα είπα «καλημέρα».
   ― Κόπιασε παραμέσα, μου λέγει γυνακεία φωνή. Επήρα ευχή, μη φοβάσα· δε θα κολλήσης τίποτε.
   Έκαμα δύο βήματα εις τα έσω. Η Αχιλλέινα ορθή, ισταμένη εις την σκοτεινοτέραν γωνίαν προς το κλειστόν παράθυρον, εφόρει υποκάμισον κολοβόν, χωρίς χειρίδας, κα είχε τους βραχίονας γυμνούς μέχρι των ώμων. Οι βραχίονες ούτοι ήσαν αρκετά λευκοί, στρογγυλοί, κα αντετίθεντο προς την ασχημίαν του προσώπου.
   Η γυνή, πάλλουσα τους βραχίονας αυτούς, κα ποιούσα ικανάς χειρονομίας προς το στέρνον μου, εξήγησε με ταχείας θερμάς λέξεις ότι είχε τρομεράν ανάγκην από χρήματα, κα κατέκρινε τον σύζυγόν της επί ασωτία κα αστοργία.
   Έβγαλα εν πεντάδραχμον από το ισχνόν θυλάκιον κα της το ενεχείρισα, αποστρέφων το όμμα από τους βραχίονας τους γυμνούς κα κοιτάζων επιμόνως το μούτρο το σκυλίσιο, ως αντίδοτον βεβαίως κατά της γοητείας, ως αποκρουστικόν κατά της έλξεως. Κα πάραυτα έφυγα.

   Την άλλην χρονιάν, όταν επανήλθα κα πάλιν από την πατρίδα μου, η Αχιλλέινα είχε γεννήσει εν τω μεταξύ κα άλλο αγόρι. Η κατοικία μου ευρίσκετο τώρα εις την ιδίαν γειτονιάν, όπως είπα, παραπλεύρως της αυλής, την οποίαν κατείχεν η γυνή του σκυτοτόμου. Αυτήν την φοράν την συνήντησα εις τον δρόμον. Μ’ ευχήθη το «καλώς ώρισες», είτα μου λέγει·
   ― Έχουμε για την ώρα, να μην αβασκαθούμε, δυό Δράκους στο σπίτι μας. Δράκος ο περυσινός, Δράκος ο φετεινός.
   ― Καλλίτερα, να σας φυλάνε κιόλα, είπα εγώ.
   Είτα, ασθανθείς αμέσως το ψυχρόν του λογοπαγνίου, επέφερα·
   ― Κα πώς; Δεν τους εβαφτίσατε;
   ― Μα έχουμε νουνό; είπεν εκείνη· τα βαφτίσια θέλουν έξοδα.