Κρέμασα το ποίημά μου...

Κρέμασα το ποίημά μου σ' ένα ψηλό κλαρί.
Κοίτα το που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμαστο, μου είπες, σταμάτα το μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες το κοιτάζουν επίμονα!
Το δέντρο χαιρετά, κινώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα γιά απάντηση. Πρέπει να φύγουμε.
— Θα το αρνηθείς; Μάλλον. Μα μη φοβάσαι,
αύριο ένα άλλο θάχει τήν ίδια τύχη.
Θάπρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ενα ποίημα δε βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θά γράψω για σένανε όσα θελήσεις,
τόσους στίχους, όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι’ ύστερα τί θ’ απογίνει με μας τους δυό;
Ίσως ολ’ αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι! Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος, που, ολόλαμπρο,
το δέντρο χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Τότε, θα ξανάρθει το χαμόγελό μας.
— Πάμε.