Ξαναγυρίζουμε

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή του χαλκού
και του λίθου.
Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμούθ,
με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,
κυνηγώντας το ρένο και τον τάρανδο,
ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε
τις τρώγλες μας,
πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκαλα
να ιστορήσουμε τη ζωή μας.
Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,
στη μεγάλη αδράνεια.
Ο ήλιος δεν μπορεί να λιώσει τους πάγους μας,
δεν μπαίνει απ’ τα παράθυρα μας.
Ξάφνου φουντώνει σα σβηστή φωτιά
μας καίει τα βλέφαρα,
κι ώσπου να λάμψει,
βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.
Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά μας σπήλαια•
Βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.
Ζώα θηριόμορφα, που μόλις σέρνονται στη γη
βγαίνοντας απ’ το τέλμα τους,
ιπτάμενα ερπετά,
υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα
μαρτυρούνε το πέρασμα μας.
Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλάσσιων τεράτων.