Αγρυπνώντας

Άγρυπνη στο φτωχό κελλί, σιμά στ' ακροθαλάσσι,
ακούω το κύμα πώρχεται στην πόρτα μου να σπάση

Ακούω το θρήνο του βοριά, κι απόξω τάχω μάθει
τα μύρια του παράπονα και τα πικρά του πάθη.

Νοιώθω τη σκέψη της σιωπής, και της βροχής τη γλώσσα
που ξεδιπλώνει, αργά, βαριά, τα σκοτεινά της κρόσσα.

Λες κ' είμαι πέρ' απ' τη ζωή, κι απ' τον απάνω κόσμο.
Στο παραθύρι μου εωδαν οι γλάστρες με το δυόσμο.

Μιαν αγιοσύνη αισθάνομαι τριγύρω να με ζώνη,
τ' ασκητικό κλινάρι μου θεϊκός ανθός μυρώνει.

Μου ύφαν' ο πόνος την ψυχή με μεταξένιο υφάδι,
και στην καντήλα της καρδιάς περίσσιο είναι το λάδι.

Τ' άναψ' απόψε κι αγρυπνώ με τ' αφρισμένο κύμα,
μήπως κι ακούσω από μακριά το ρυθμικό σου βήμα.

Ω! απόψε αν σε δεχότανε το ερημικό κελλί μου,
σαν πρώτο θάταν, σα στερνό, για σένα το φιλί μου.

Θάταν η σάρκα μου ψυχή, ιερό τ΄αγκάλιασμα μου,
κι ως της Παρθένας Μαριάμ θα εφέγγαν τα μαλλιά μου.

Το φλογερό το πάθος μου κι εκείνο ήθελε μοιάζει
με τη δροσούλα της νυχτιάς, και της αυγής τ' αγιάζι.

Σαν περιστέρι ο πόθος μου σιμά σου θ βογγούσε
γλυκά, κα τα ποδάρια σου πετώντας θα φιλούσε.

Το κρίνο θα ήμουν υο άσπιλο σ' ενός Αγγέλου χέρι
το ταπεινό που καίγεται σ' έρμη εκκλησιά αγοκέρι!

...........................................................................................................

Έχει η καντήλα της καρδιάς περίσσιο ακόμα λάδι,
μα όπου και νάναι, σώνεται της προσμονής το βραδι.

Σώνεται η λάμψη, η ευωδιά κι η αγνότη μου, τι κρίμα!
δίχως ν΄ακούσω από μακριά το ρυθμικό σου βήμα.

Και πάει το που  σου ετοίμασα πρωτόφαντο γιορτάσι,
μες στο φτωχό μου το κελλί, σιμά στ' ακροθαλάσσι!..