Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια,
όλα τα χρήματά μου τάφαγε-
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο!

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα -
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πης!)
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα -
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά·
στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι•
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί-
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος - αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους! ( να τα λέμε τώρα;) -
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ;

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα·
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήση,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό·
κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβη,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό!

Θα με θελήση, πάντως, ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής:
βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο!
Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ;
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν!