Ο Κλέφτης

Μαύρ’ είν’ η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Στα άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.

Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό,
κι ελπίδα το τουφέκι.

Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι·
μ’ ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήση με τιμή,
και να πεθάνη ξέρει.

Τον κόσμ’ ο δόλος διοικεί
κι η άδικ’ ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.

Μεγάλοι έμποροι πωλούν
τα έθνη σαν κοπάδια.
Την γην προδίδουν και γελούν.
Εδώ όμως άρματα λαλούν
στ' απάτητα λαγκάδια.

Πήγαινε, φίλα την ποδιά
που δούλοι προσκυνούνε. 
Εδώ στα πράσινα κλαδιά,
μόν' το σπαθί τους τα παιδιά
και τον σταυρόν φιλούνε.

Μητέρα, κλαίς. Αναχωρώ.
Να μ' ευχηθής γυρεύω.
Ένα παιδί σου σε στερώ,
όμως να ζήσω δεν μπορώ
αν ζω για να δουλεύω.

Μην κλαίτε, μάτια γαλανά,
φωστήρες που αρέσω·
το δάκρυό σας με πλανά.
Ελεύθερος ζω στα βουνά,
κι ελεύθερος θα πέσω.

Βαριά, βαριά βοϊζ' η γη,
ένα τουφέκι πέφτει.
Παντού τρομάρα και σφαγή.
εδώ φυγή, εκεί πληγή.
Εσκότωσαν τον κλέφτη.

Σύντροφοι, άσκεποι, πεζοί 
τον φέρνουν λυπημένοι, 
και τραγουδούν όλοι μαζί:
«Ελεύθερος ο κλέφτης ζη 
κι ελεύθερος πεθαίνει».