Μέρες τ’ Απρίλη ’43

Τρουμπέτες, τραμ, βορβορυγμοί, τρίξιμο φρένων
χλωροφορμίζουν το μυαλό του όπως μετράς
όσο βαστάς κι έπειτα χάνεσαι
στη νάρκη και στο έλεος του χειρούργου.

Στους δρόμους περπατά με προσοχή, να μη γλιστρήσει
στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες
ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι,
παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει;—δε θα την πατήσει;
Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·

προχωρεί κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών·
το στεγνό γαλάζιο μνημονεύει
ρεκλάμες ξεβαμμένες της Ελληνικής Ακτοπλοΐας,
παράθυρα μανταλωμένα πάνω σε πρόσωπα ακριβά,
ή λίγο καθαρό νερό στη ρίζα ενός πλατάνου.

Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς
χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια
και τον γυμνώνουν.
Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος,
κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα
σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά.

Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24 Ιουνίου 1943