Ρίχαρντ Βάγκνερ
1813 – 1883

Τα χρόνια της εξορίας

Στις 30 Απριλίου 1849 ο βασιλιάς της Σαξονίας Φρειδερίκος - Αύγουστος Β' διαλύει τη Βουλή και καταργεί το Σύνταγμα. Ο λαός εξαγριώνεται και η επανάσταση ξεσπά. Ο Βάγκνερ παίρνει μέρος στην εξέγερση και καταδιωκόμενος από τις αρχές καταφεύγει στο σπίτι του Φραντς Λιστ στη Βαϊμάρη. Οι αρχές τον εντοπίζουν και αυτός εξαναγκάζεται να εκπατρισθεί στην Ελβετία, όπου γράφει την πραγματεία Τέχνη, Επανάσταση, Μέλλον.

Το 1850 βρίσκεται στη Γαλλία, μαζί με τη γυναίκα του. Προσκεκλημένος στο Μπορντό του πλούσιου οινέμπορου της περιοχής Εζέν Λοσό, θα ερωτευτεί παράφορα τη νεαρή αγγλίδα σύζυγό του Τζέσι (1829-1905). Θα της προτείνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα, αλλά το σχέδιό του ματαιώνεται από τον απατημένο σύζυγο. Ο Βάγκνερ τα ξαναβρίσκει με τη γυναίκα του και το ζευγάρι επιστρέφει στην Ελβετία.

Στις 22 Αυγούστου 1850 δημοσιεύει το άρθρο Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική, το πρώτο από τα γραπτά του με αντισημιτικό περιεχόμενο. Ο Βάγκνερ υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι δεν έχουν σχέση με το Γερμανικό πνεύμα και ότι είναι ανίκανοι να παράγουν υψηλή μουσική, παρά μόνο ρηχά και εύπεπτα έργα για το χρήμα και τη δόξα, όπως ο Μέγερμπερ και ο Μέντελσον. Έξι ημέρες αργότερα δίνεται η πρεμιέρα του Λόεγκριν στη Βαϊμάρη, με διευθυντή τον Φραντς Λιστ.

Στις αρχές της δεκαετίας του '50 γράφει ορισμένα από τα πιο σημαντικά μουσικά δοκίμια, στα οποία προδιαγράφει τις απόψεις του για τη μουσική και ιδιαίτερα για το μέλλον της όπερας ως έργο τέχνης (Έργο Τέχνης του Μέλλοντος, Μια ανακοίνωση στους φίλους μου, Όπερα και Δράμα). Προφήτευε την εξαφάνιση της όπερας ως επίπλαστης ψυχαγωγίας μιας ελίτ και οραματιζόταν ένα νέο, επαναστατικό τύπο μουσικού - σκηνικού έργου για το λαό, ενός έργου που θα εξέφραζε την αυτό-ολοκλήρωση μιας ελεύθερης ανθρωπότητας. Αυτό το νέο είδος έργου θα ονομαζόταν αργότερα μουσικό δράμα, ο Βάγκνερ το ονόμαζε απλά δράμα. Πρόθεσή του ήταν μία επιστροφή στο αρχαίο ελληνικό δράμα, όπως το αντιλαμβανόταν ο ίδιος, ως μία ανθρώπινη έκφραση των εθνικών και ανθρώπινων πόθων και θα χρησιμοποιούσε τη μουσική για την πλήρη και ολοκληρωμένη έκφραση της θεατρικής δράσης. Το όραμά του αυτό θα βρει την πραγμάτωσή του στην τετραλογία Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν, που αποτελεί το αριστούργημά του.

Το 1852 γνωρίζεται με την ποιήτρια Ματίλντε Βέζεντονκ (1828-1902), σύζυγο του πλούσιου υφασματέμπορου Ότο Βέσεντονκ. Το ζευγάρι είναι θαυμαστές του έργου και τον διευκολύνουν οικονομικά. Ο συνθέτης ερωτεύεται παθιασμένα τη νεαρή Ματίλντε και συνθέτει πέντε τραγούδια για γυναικεία φωνή και πιάνο, βασισμένα σε ποιήματά της (Wesendonck Lieder). Η σχέση τους, περισσότερο πλατωνική, θα λάβει τέλος το 1858, όταν η Μίνα θα ανακαλύψει ένα φλογερό γράμμα του άντρα της προς την ερωμένη του.

Το 1854 ο Βάγκνερ ολοκληρώνει το Χρυσό του Ρήνου, το πρώτο μέρος της τετραλογίας Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν του πιο φιλόδοξου έργου του. Οι αρχές της Σαξονίας εξακολουθούν να τον έχουν στη μαύρη λίστα και να τον καταδιώκουν για τη συμμετοχή στην εξέγερση του 1849. Οι επανειλημμένες ικεσίες, τόσο του ίδιου, όσο και επιφανών φίλων, για τη χορήγηση αμνηστίας, πέφτουν στο κενό.

Στις 22 Ιουνίου 1860 ο βασιλιάς της Σαξονίας υποκύπτει και του επιτρέπει να επισκεφθεί την επικράτειά του, εκτός από τη Δρέσδη. Στις 28 Μαρτίου 1862 υπογράφεται το διάταγμα, με το οποίο του δίνεται άδεια για όλη τη γερμανική επικράτεια. Η επεισοδιακή σχέση του με τη σύζυγό του Μίνα Πλάνερ, παίρνει τέλος στις 7 Νοεμβρίου, όταν εγκαταλείπει οριστικά τη συζυγική εστία και φεύγει για τη Λειψία, συνοδευόμενος από τη νέα ερωμένη του Ματίλντα Μάιερ (1833-1910), με την οποία είχε μία σύντομη σχέση.