Ενρίκο Μπερλινγκουέρ

Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (1922 – 1984)
Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (1922 – 1984)

Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (Enrico Berlinguer) ήταν ιταλός πολιτικός, ο τελευταίος σπουδαίος κομμουνιστής ηγέτης της Δυτικής Ευρώπης. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ) από τον Μάρτιο του 1972 έως τον αδόκητο θάνατό του τον Ιούνιο του 1984. Υπήρξε ο πρωτεργάτης του ιδεολογικού ρεύματος που ονομάστηκε «Ευρωκομμουνισμός» και στόχευε σ’ ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» (σε αντίθεση με τον σταλινισμό) και στη μετάβαση στον σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα και όχι με τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Επιδίωξε τη χειραφέτηση του ΙΚΚ από τη Μόσχα και υποστήριξε την προσαρμογή του μαρξισμού στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας («εθνικός κομμουνισμός»).

Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1922 στο Σάσαρι της Σαρδηνίας και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της νήσου με ρίζες από την Καταλωνία. Ο πατέρας του δον Μάριο Μπερλινγκουέρ ήταν δικηγόρος, υψηλόβαθμος μασόνος, αντιφασίστας, αντιμοναρχικός και φιλελεύθερος σοσιαλιστής. Διέτελεσε βουλευτής και αργότερα γερουσιαστής.

Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ έγινε μέλος του ΙΚΚ τον Αύγουστο του 1943 και ορίστηκε υπεύθυνος για την τοπική οργάνωση των Νέων Κομμουνιστών στη γενέτειρά του Σάσαρι, αφού προηγουμένως είχε εγκαταλείψει τις σπουδές νομικής στο τοπικό πανεπιστήμιο, προκειμένου ν’ αφιερωθεί στην πολιτική δράση. Το 1944, ενώ συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά του φασιστικού καθεστώτος της Ιταλίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε για τρεις μήνες.

Ο νεαρός Μπερλινγκουέρ κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης του ΙΚΚ Μετά τον πόλεμο συνέχισε τη δράση του ως οργανωτικός γραμματέας της Κομμουνιστικής Νεολαίας στο Μιλάνο και κατόπιν στη Ρώμη. Η άνοδός του υπήρξε ραγδαία στην κομματική ιεραρχία. Το 1945 εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του IKK και το 1948 μέλος του Πολιτικού Γραφείου, σε ηλικία 26 ετών.

Το 1968 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής και τον επόμενο χρόνο, το 12ο Συνέδριο του κόμματος τον εξέλεξε βοηθό γενικό γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν, ο Μπερλινγκουέρ αποδείχθηκε ένας ακούραστος μαχητής και λαμπρός αγορητής, καθώς κι ένας ρεαλιστής μάλλον, παρά ένας άνθρωπος των εντυπώσεων. Η εκλογή του στη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος από το 13ο Συνέδριο του ΙΚΚ, στις 17 Μαρτίου 1972 (διαδέχθηκε τον βετεράνο Λουίτζι Λόνγκο, που ονομάστηκε πρόεδρος του κόμματος), δεν αποτέλεσε έκπληξη.

Ως γενικός γραμματέας του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στη Δυτική Ευρώπη, ο Μπερλινγκουέρ διακήρυσσε συχνά ότι ήταν έτοιμος να συμμετάσχει ενεργά σε μία κυβέρνηση, με βάση εκείνο που ονόμαζε «ιστορικό συμβιβασμό» ανάμεσα στους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες και τους Κομμουνιστές. Μολονότι η πρότασή του για μία τέτοια κυβέρνηση συνασπισμού δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ με ολοκληρωμένη μορφή, είναι γεγονός ότι ο Μπερλινγκουέρ άσκησε σημαντική επιρροή ως μια εξαιρετικά δημοφιλής εθνική προσωπικότητα και ως ηγέτης ενός κόμματος που είχε υπό τον έλεγχό του πολλούς δήμους και συνδικάτα σε όλη τη χώρα.

Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ με τον σοσιαλιστή ηγέτη Μπενίτο ΚράξιΟ Μπερλινγκουέρ πρέσβευε ένα διαφορετικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, τον «τρίτο δρόμο», όπως τον αποκαλούσε, διαφορετικό από τον σοβιετικό και τη σοσιαλδημοκρατία της Δύσης. Υπό την ηγεσία του το ΙΚΚ έφθασε στα υψηλότερα εκλογικά ποσοστά της ιστορίας του, τόσο στις τοπικές εκλογές όσο και στις εθνικές (34,4% το 1976, έναντι 38,7% των Χριστιανοδημοκρατών). Στάθηκε αποφασιστικά απέναντι στην τρομοκρατία των «Ερυθρών Ταξιαρχών», που συντάραξε την Ιταλία τη δεκαετία του ‘70 και χρησιμοποίησε την επιρροή στα ιταλικά συνδικάτα για να επιβάλει τη «δίκαιη λιτότητα», όπως την αποκαλούσε, εξαιτίας των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ιταλική οικονομία από τη διπλή πετρελαϊκή κρίση.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, οι σχέσεις του ΙΚΚ με την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισαν να γίνονται όλο και πιο ψυχρές. Κατά την περίοδο αυτή, ο Μπερλινγκουέρ διακήρυξε επανειλημμένα την υποστήριξή του προς το ΝΑΤΟ και αποδοκίμασε τη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν, όπως και την επιβολή τού στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία από τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι. Η επίσκεψή του στην Κίνα το 1980, με σκοπό την αποκατάσταση επίσημων σχέσεων με το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας αυτής, θεωρήθηκε επίσης ως ένδειξη για τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στους ιταλούς κομμουνιστές και τη Σοβιετική Ένωση.

Στις 7 Ιουνίου 1984, ενώ εκφωνούσε λόγο σε προεκλογική συγκέντρωση του κόμματός του στην Πάντοβα, ενόψει των Ευρωεκλογών, κατέρρευσε και διακομίστηκε σε νοσοκομείο της πόλης, έχοντας υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 11 Ιουνίου 1984, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 62 ετών.

Η κηδεία του ήταν παλλαϊκή και την παρακολούθησαν πάνω ένα εκατομμύριο κόσμου, ανάμεσά τους ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ (τότε ηγετικό στέλεχος του ΚΚΣΕ) και ο πρωθυπουργός της Κίνας Ζάο Ζιγιάνγκ. Στις ευρωεκλογές της 17ης Ιουνίου 1984, το ΙΚΚ αναδείχτηκε για πρώτη φορά στην ιστορία του πρώτο κόμμα σε πανιταλικές εκλογές (33,3% έναντι 33,0% των Χριστιανοδημοκρατών), αλλά επτά χρόνια αργότερα διαλύθηκε μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και μαζί του ενταφιάστηκε το όραμα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ για έναν εναλλακτικό δημοκρατικό δρόμο προς τον κομμουνισμό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ