Μπράιαν Ίνο

Ο Μπράιαν Ίνο (Brian Eno) είναι άγγλος συνθέτης, κιμπορντίστας, τραγουδιστής και παραγωγός, από τις επιδραστικότερες προσωπικότητες της ροκ και της ηλεκτρονικής μουσικής. Συνέβαλε στον ήχο δημοφιλών μουσικών και συγκροτημάτων της τελευταίας εικοσαετίας του περασμένου αιώνα, ενώ θεωρείται ο δημιουργός της μουσικής ambient.

Ο Μπράιαν Πίτερ, Τζορτζ Σεντ Τζον λε Μπαπτίστ ντε λα Σαλ Ίνο γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1948 στο Γούντμπριτζ της κομητείας Σάφολκ της νοτιοανατολικής Αγγλίας. Ως φοιτητής καλών τεχνών στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, άρχισε να πειραματίζεται με την ηλεκτρονική μουσική, έχοντας ως πρότυπά του πρωτοποριακούς συνθέτες, όπως ο Κορνέλιους Καρντιού και ο Τζον Κέιτζ.

Μέλος των Roxy Music για λίγο...

Το 1971 έγινε μέλος της νεοσύστατης μπάντας των Roxy Music ως κιμπορντίστας και τεχνικός σύμβουλος. Η αντιπαλότητά του με τον τραγουδιστή του συγκροτήματος Μπράιαν Φέρι, τον οδήγησε στην έξοδο το 1973. Το κλασικό πλέον σινγκλ «Baby’s on Fire» από τον πρώτο προσωπικό του δίσκο «Here Come the Warm Jets», που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, θεμελίωσε την καριέρα του. Στον δίσκο «No Pussyfooting» (1973), σε συνεργασία με τον κιθαρίστα Ρόμπερτ Φριπ των King Crimson, χρησιμοποίησε τις τεχνικές του tape - echo και του tape-delay για να δημιουργήσει νέους ήχους.

Ο Μπράιαν Ίνο το 1974Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, ο Μπράιαν Ίνο άρχισε να αναπτύσσει τις θεωρίες του για τη μουσική ambient. Ο όρος αυτός, μουσικά, αποτελεί τον ορισμό της ατμοσφαιρικότητας και χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις χαμηλόφωνες ορχηστικές συνθέσεις, συχνά σχεδιασμένες έτσι ώστε να βελτιστοποιούν τον περιβάλλοντα χώρο του ακροατή. Τα άλμπουμ του Ίνο «Discrete Music» (1975), «Music for Films» (1978) και «Music for Airports» (1979) είναι από τα πρώτα χαρακτηριστικά δείγματα του μουσικού αυτού είδους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Ίνο άρχισε να κάνει παραγωγές για άλλους καλλιτέχνες. Η πειραματική του προσέγγιση στη μουσική παραγωγή κινητοποίησε συγκροτήματα και μουσικούς όπως οι Devo, οι Ultravox και ο Ντέιβιντ Μπόουι (ειδικά στην τριλογία του Βεριολίνου). Αν και η δουλειά του ήταν η επιδραστική, ο ήχος του έγινε οικείος στο ευρύ κοινό, κυρίως από τα άλμπουμ των Talking Heads «Remain in Light» (1980) και των U2 «Unforgettable Fire» ( 1984), «The Joshua Tree» (1987) και «Achtung Baby» (1991). Η συνεργασία του με τον Ντέιβιντ Μπερν στο ριζοσπαστικό άλμπουμ «My Life in the Bush of Ghosts» (1981) υπήρξε η έμπνευση όλων των ακόλουθων φλερτ της δυτικής μουσικής με τους έθνικ ήχους και ρυθμούς.

Οι συνεργασίες με Πολ Σάιμον, Ντέιβιντ Μπερν

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90, ο Ίνο παρείχε μουσικό υλικό για τις εγκαταστάσεις (installations) εικαστικών καλλιτεχνών. To 1995 συνεργάστηκε με τη Λόρι Άντερσον στο «Self Storage», μία σειρά εγκαταστάσεων που στεγάζονταν σε μια αποθήκη του Λονδίνου, και η Άντερσον έκανε φωνητικά σ’ ένα κομμάτι του άλμπουμ του «Drawn from Life» (2000). Το 2005 κυκλοφόρησε ένα σπάνιο φωνητικό άλμπουμ με τίτλο «Another Day on Earth» (2005). Το 2006 επέστρεψε στην καρέκλα του παραγωγού για το άλμπουμ του Πολ Σάιμον «Surprise» και το 2008 για το πολυπλατινένιο άλμπουμ των Coldplay «Viva la Vida».

Ο Μπράιαν Ίνο (δεξιά) με τον Ντέιβιντ Μπερν των Talking Heads το 1977Το 2008 ο Ίνο ξανασυνεργάστηκε με τον Ντέιβιντ Μπερν, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια. Υιοθετώντας το μοντέλο της αυτοδημοσίευσης που διαδόθηκε από τους Radiohead, κυκλοφόρησαν το «Everything That Happens Will Happens», όπου οι ακροατές θα μπορούσαν να ακούσουν ολόκληρο το άλμπουμ δωρεάν ή να το αγοράσουν φυσικά ή ψηφιακά απευθείας από τους καλλιτέχνες.

Επίσης, το 2008, σε συνεργασία με τον μουσικό και σχεδιαστή λογισμικού Πίτερ Σίλβερς δημιούργησαν εφαρμογές για έξυπνα κινητά τηλέφωνα, στις οποίες ο χρήστης μπορούσε να συνθέσει τη δική του μουσική.

Το 2014 συνεργάστηκε με τον Καρλ Χάιντ του ηλεκτρονικού συγκροτήματος Underworld στο αφρομπίτ άλμπουμ «Someday World» και στο πιο εμπορικό «High Life», ενώ με τον πιανίστα Τομ Ρότζερσον στο «Finding Shore» (2017). Ενδιάμεσα, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «The Ship» (2016), ένας μουσικός διαλογισμός για τη βύθιση του Τιτανικού και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο Πάνθεον του Rock and Roll Hall of Fame

Το 2018 κυκλοφόρησε τη μουσική που είχε συνθέσει για εικαστικούς καλλιτέχνες με τίτλο «Music for Installations» και το 2020 συνεργάστηκε με τον αδελφό του Ρότζερ Ίνο στο άλμπουμ «Mixing Colors». Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τον δίσκο «Film Music 1967-2020», μία συλλογή με τραγούδια του που έχουν χρησιμοποιηθεί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Το 2019 έγινε δεκτός ως μέλος των Roxy Music στο Πάνθεο του Ροκ εν Ρολ (Rock and Roll Hall of Fame).

Πολιτικά ο Μπράιαν Ίνο είναι ενταγμένος στην Αριστερά τα τελευταία χρόνια. Είναι μέλος του Εργατικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας. Από το 2016 είναι μέλος του ευρωπαϊκού κινήματος DiEM25, που ίδρυσε ο Γιάννης Βαρουφάκης. Στην προσωπική του ζωή έχει κάνει δύο γάμους κι έχει αποκτήσει τρεις θυγατέρες.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ