Η ιστορία του ποδοσφαίρου

Η προϊστορία του αθλήματος

Επιτύμβια στήλη, 4ος αιώνας π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Από την αρχαιότητα υπήρχαν παιγνίδια, κατά τα οποία δύο ομάδες προσπαθούσαν με κλωτσιές, με σπρωξίματα ή άλλους τρόπους να προωθήσουν μία μπάλα προς την αντίθετη κατεύθυνση και να τη στείλουν στην εστία της αντίπαλης ομάδας. Στην Κίνα από τον 11ο αιώνα π.Χ. έπαιζαν το κουτζού (cuju), ένα παιγνίδι με μπάλα παραγεμισμένη με γυναικεία μαλλιά, την οποία προωθούσαν με τα πόδια. Το παιγνίδι αυτό πέρασε στην Ιαπωνία με την ονομασία κεμάρι (kemari) και στην Κορέα με την ονομασία τσουκ-γκουκ (chuk-guk).

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν παιγνίδια που έμοιαζαν με το ποδόσφαιρο, με πιο γνωστό τον «Επίσκυρο», ένα συνδυασμό ράγκμπι και ποδοσφαίρου. Το παιγνίδι αυτό διαδόθηκε στη Ρώμη, όπου παιζόταν τον 2ο αιώνα π.Χ. με το όνομα «Harpastum». Ένα ανάγλυφο, που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, δείχνει έναν έφηβο να κοντρολάρει άψογα μια μπάλα με το πόδι, με τεχνική που θα τη ζήλευε και ο καλύτερος σύγχρονος ποδοσφαιριστής. Η FIFA αναγνωρίζει το παιγνίδι «Επίσκυρος» ως πρόδρομο του σύγχρονου ποδοσφαίρου. 

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα παίζονταν διάφορα παιγνίδια, που συνδύαζαν το ράγκμπι και το ποδόσφαιρο, και εξέφραζαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε γειτονικές πόλεις ή χωριά ή μεταξύ φατριών της ίδιας πόλης. Τον 14ο αιώνα στη Φλωρεντία παιζόταν το «κάλτσιο» (calcio=κλωτσιά), την περίοδο από τα Θεοφάνια ως την έναρξη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Συμμετείχαν παιδιά της τοπικής αριστοκρατίας και οι αγώνες γίνονταν στην πλατεία Σάντα Κρότσε.

Την ίδια περίοδο σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης παίζονταν τα «μελέ» (melees), παιγνίδια με μπάλα, που ήταν μια φουσκωμένη ουροδόχος κύστη ζώου, την οποία προωθούσαν με κλωτσιές, σπρωξίματος και με τα χέρια. Περί τα 100 άτομα, προερχόμενα από δύο πόλεις ή γειτονιές, ξεκινούσαν από ένα κεντρικό σημείο και κατευθύνονταν προς την αντίπαλη εστία, που συνήθως ήταν το όριο κάθε πόλης ή γειτονιάς. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος Β' το απαγόρευσε, λόγω των συμπλοκών, στις οποίες συνήθως κατέληγαν. Μεταγενέστεροι μονάρχες το επανέφεραν τον 15ο αιώνα, με κάποιους κανόνες, αλλά χωρίς επιτυχία.

Αργότερα, το είδος αυτού του ποδοσφαίρου περιορίστηκε, κυρίως στην Αγγλία, σ’ ένα γήπεδο που είχε μήκος από 70 έως 90 μέτρα, όσο περίπου και το μήκος ενός σύγχρονου γηπέδου ποδοσφαίρου. Στα άκρα του τοποθετούνταν δύο πάσσαλοι, που απείχαν μεταξύ τους από 60 έως 90 εκατοστά. Η μπάλα κατασκευαζόταν από ουροδόχο κύστη ζώου, την οποία τοποθετούσαν μέσα σε δερμάτινο περίβλημα. Όταν κάποια ομάδα κατόρθωνε να περάσει την μπάλα μέσα από την εστία της αντίπαλης ομάδας, το παιγνίδι τελείωνε.

Μία πιο ήπια μορφή ποδοσφαίρου παιζόταν από τον 17ο αιώνα μεταξύ των ιδιωτικών σχολείων της βρετανικής αριστοκρατίας. Το κάθε σχολείο είχε τους δικούς του κανονισμούς. Μερικοί από αυτούς επέτρεπαν τη μεταφορά της μπάλας με το χέρι και άλλοι όχι. Όταν οι απόφοιτοι των σχολείων αυτών συνέχιζαν τις σπουδές σε κάποιο πανεπιστήμιο δεν μπορούσαν να παίξουν ποδόσφαιρο, παρά μόνο με τους παλιούς συμμαθητές τους, που γνώριζαν του κανονισμούς.