Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΚΓ’

     Και το πρώτον κίνημα αυτού υπήρξε ν’ αρπάσει το τουφέκιον. Εν τούτοις ο Σουλεϊμάνης έπεσεν εις τον τράχηλόν του και τον ικέτευεν…
    Οι κλέφται ιδόντες εκ του απέναντι, έσπευσαν να έλθωσι προς τούτους. Και ουδείς επρόφερε λέξιν, τα διασταυρούμενα βλέμματα μόνον ηρώτων τι συνέβαινεν.
    Δεν ετόλμησαν να πλησιάσωσι πολύ προς το σύμπλεγμα, εκ σεβασμού προς τον αρχηγόν των. Μίαν λέξιν ήκουσαν μόνον, ην επρόφερε μεγαλοφώνως ο Χρήστος Μηλιόνης.
    -Φεύγα! Τι κάθεσαι;
    Αλλ’ ο Σουλεϊμάνης επέμενεν, ωμίλει σιγά και καθικέτευε τον Χρήστον. Αι λέξεις δεν ηκούοντο, αλλ’ εάν τις των παρόντων εις την σκηνήν εγίνωσκε τι είχε συμβή και έβλεπε την έκφρασιν ταύτην του προσώπου του, θα ηδύνατο ως έγγιστα να ερμηνεύση ούτω τα λεγόμενα. «Πώς να γυρίσω εις εκείνους που μ’ έστειλαν; Πού να πάγω να ζήσω; Σκότωσέ με καλλίτερα. Ή προσκύνησε με το καλόν ή σκότωσέ με».
    -Εγώ, εγώ να προσκυνήσω! απήντησεν ο Χρήστος Μηλιόνης. Εγώ να προσκυνήσω τους Τούρκους;
    -Θα σε κάμουν δερβέναγα, απήντα ο Σουλεϊμάνης. Θα σε κάμουν πρώτον καπετάνο εις όλα τα χωριά.
    -Να μην το ξαναπής αυτό, ανέκραξεν αγρίως ο Χρήστος, ειδεμή, σ’ έφαγα…
    Και απωθήσας από του στήθους του τον Σουλεϊμάνην, εχώρησεν οπίσω δύο βήματα και εφαίνετο έτοιμος να ορμήσει κατ’ αυτού.
    -Είσαι προδότης! έκραξε προς αυτόν.
    -Εχάθηκα, εψιθύρισεν ο Σουλεϊμάνης, συνάπτων τας χείρας.
    -Μη φοβάσαι, είπεν ο Χρήστος, δεν θα σε χαλάσω από χεριού, όπως σου έπρεπε∙ μαζί σου θα χτυπηθώ. Φέρτε τα καριοφίλια δω, έκραξε προς τους κλέφτας.
    Εκείνοι υπήκουσαν. Αλλά δύο ή τρεις εξ αυτών παρουσιάσθησαν πρόθυμοι να μονομαχήσουν αντί του αρχηγού προς τον Σουλεϊμάνην.
    Τοιαύτην προσφοράν δεν ηδύνατο ο αρχηγός να δεχθή. Τουναντίον είχεν απόφασιν αυτός να μονομαχήση. Αλλ’ ο Σουλεϊμάνης, όστις ως εκ των συμβάντων τούτων, είχεν ανανήψει εκ της μέθης ήδη, ετόλμησε να προτείνει μίαν αντίρρησιν·
    -Αφού βρίσκομαι στα χέρια σου, είπε, ποιος μου αποκρίνεται πως θα με αφήσουν να φύγω οι σύντροφοί σου, αν τύχη και σε σκοτώσω;
    Η παρατήρησις αύτη εφάνη εύλογος εις τον Χρήστον Μηλιόνην. Προσκαλέσας τους προκρίτους των κλεφτών του είπεν αυτοίς·
    -Ελάτε, παιδιά, ν’ αμώσετε στο σπαθί και στο σταυρό, να τον αφήσετε να φύγη, αν με σκοτώση.
    Οι κλέφται εθεώρησαν αλλήλους απορηματικώς. Ουδείς ήτο πρόθυμος να κάμη την αρχήν. Ουδείς εκινήθη.
    Ο Χρήστος Μηλιόνης τους επέπληξε.
    -Κανένας σας δεν κραίνει; Βούβα σας έπιασε!
    Τέλος ο Τοπτσής και μετ’ αυτόν ο Πευκόρραχος, διεμαρτυρήθησαν.
    -Εγώ δεν αμόνω.
    -Μητ’ εγώ.
    -Όντας σκοτωθής εσύ, καπετάνο, είπεν ευστόχως ο γηραλέος Τοπτσής, κανένα κουμάντο δεν θα ’χουμε, και τότες ποιος θα εμποδίση τα παλληκάρια;…
    -Αφήνω εσένα και τον Πευκόρραχον στο ποδάρι μου, επέμεινεν ο Χρήστος∙ οι δύο σας πρέπει να μου υποσχεθήτε, ότι δεν θα αφήσετε να τον βαρέσουν.
    Οι δύο κλέφται συνεκινήθησαν και ίσταντο διστάζοντες.
    -Και αν εσείς δεν φανήτε άξιοι, προσέθηκεν ο Μηλιόνης, αφήνω στους Τσεκουραίους κατάρα να σας πάρουν το καπετανάτο και να σας πολεμήσουν, αν δεν φυλάξετε την διαθήκη μου.
    Τότε ο Τοπτσής και μετ’ αυτόν ο Παυκόρραχος, κατηφείς και τεθλιμμένοι, έτειναν την χείρα επί του ξίφους και ώμοσαν ν’ αφήσωσιν τον Σουλεϊμάνην ελεύθερον, αν εφόνευε τον προσφιλή αρχηγόν των.