Αμάξι στη βροχή

Ώρα προσμένει μοναχή
η άμαξα κάτω απ' τη βροχή,
           και δεν τη μέλει·
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερη η ξένη γειτονιά
           που δεν τη θέλει.

Τ' αλογατάκια της, σιμά, 
κάτω απ' τον ίδιο μουσαμά
           κάνουν καρτέρι·
στον τόπο αυτόν, τον θλιβερό,
πράμα δε μένει από καιρό,
να το ’χουν ταίρι.

Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές 
περικοκλάδες βαθουλές·
           δεν έμειν' ένα
απ' τα φανάρια στη σειρά
με τα δυο μπρούτζινα φτερά,
           τα σταυρωμένα.

Τ' ανώφλια έπεσαν κι οι αγκωνιές 
κι οι ανεμοπέραστες, στενές,
           οι γαλαρίες·
κι' έφυγαν έντρομες, πολλές
κι' οι θύμησες, σαν τις καλές,
           σεμνές κυρίες.

-Άδεια «βιτόρια» και φτωχή, 
πάρε μου εμένα την ψυχή,
           πάρε με εμένα
για ταξιδιώτη σου! κι ευθύς
πάμε όθε κίνησες να' ρθής:
           στα Περασμένα.

Η ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ

Παρακαλούμε να είστε ευγενικοί και να σέβεστε τους συνομιλητές σας. Αποφύγετε τις ύβρεις και τους χαρακτηρισμούς. Προστατέψτε τα προσωπικά σας δεδομένα. Αν κρίνετε ότι το περιεχόμενο της ιστοσελίδας είναι παράνομο ή προσβάλει οποιοδήποτε δικαίωμα σας, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας. Θα απαντήσουμε στο αίτημα σας το συντομότερο δυνατόν.

Τα σχόλια παρέχονται από το Disqus